Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Αρχαίος Ελληνικός ναός ανακαλύφθηκε στην Ρωσία και οι οικισμοί στη χερσόνησο του Ταμάν

Έναν αρχαίο ναό στο έδαφος της Ρωσίας, που χρονολογείται στις αρχές του 5ου αιώνα, ανακάλυψαν οι επιστήμονες στις ανασκαφές της αρχαίας ελληνικής πόλης Φαναγορείας, όπου σήμερα βρίσκεται το μεγαλύτερο αρχαιολογικό μνημείο στην περιοχή του Τέρμριουσκ, στον νομό Κρασνοντάρ.

Σύμφωνα με την υπηρεσία Τύπου του ιδρύματος Ολεγκ Ντεριπάσκ » Μπαλσόε Ντέλα, με την υποστήριξη του οποίου το αρχαιολογικό ινστιτούτο РАН, διεξάγει τις έρευνες,» οι επιστήμονες στην διάρκεια των ανασκαφών στην Φαναγορία ανακάλυψαν τον παλαιότερο αρχαίο ναό στο έδαφος της Ρωσίας. Οι ειδικοί έχουν αρχίσει να μελετούν και αναμένεται
Οι επιστήμονες έχουν μόλις αρχίσει να μελετούν και μέχι στιγμής εικάζουν οτι η κατασκευή του ναού αυτού χρονολογείται πιθανόν από το πρώτο μισό του 5ου αιώνα έως τις ημέρες μας».

Το 2013, στο κεντρικό τμήμα της Φαναγορείας, στις ανασκαφές της «Άνω Πόλης», όπου στην αρχαιότητα ήταν η ακρόπολη – το κοινωνικό και πολιτικό κέντρο της πόλης, ανακαλύφθηκε και μελετήθηκε ναός του 5ου αιώνα.
Μέχρι πρόσφατα, οι ειδικοί πίστευαν ότι επρόκειτο για ένα από τους πλέον αρχαίους ναούς που έχουν ανακαλυφθεί στο έδαφος της Ρωσίας. Ωστόσο, την περασμένη εβδομάδα, ακριβώς κάτω από τα θεμέλια του προηγούμενου «καλά μελετημένου από τους ειδικούς» ναού, ανακαλύφθηκαν τα ερείπια ενός ακόμα πιο αρχαίου ναού, με δύο κίονες ανάμεσα στην κύρια όψη.

«Ο ναός εν παραστάσει»-«Храм в антах», παραδοσιακά θεωρείται, ήδη από την εποχή του ρωμαίου ιστορικού της αρχιτεκτονικής, Βιτρούβιου, το αρχαιότερο είδος ελληνικού ναού. Τα πιο πρώιμα πρωτότυπά τους θεωρούνται οι προσόψεις στην περιοχή της αρχαίας τότε Μικράς Ασίας και οι βραχώδεις τάφοι στην Αίγυπτο.»

Ο ναός που ανακαλύφθηκε, καθώς και ο μετέπειτα ναός που χτίστηκε πάνω σε αυτόν, αποτελούνταν από έναν μικροσκοπικό προναό (ημι-ανοικτό τμήμα μεταξύ της εισόδου της στοάς) και έναν ναό (ο κύριος εσωτερικός χώρος του ναού). Η συνολική του έκταση είναι περίπου 14,5 τετραγωνικά μέτρα. Είναι χτισμένος με πλίνθους χωρίς θεμέλια, όπως και πολλά άλλα οικοδομήματα την εποχή εκείνη στην περιοχή της Φαναγορείας, αλλά το πιό ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του αρχαίου αυτού ναού, είναι η «εγκατάσταση» ενός μικρού βωμού-εστία, στην αριστερά πλευρά , μπαίνοντας μέσα στον ναό», αναφέρεται στην ανακοίνωση.

Οι επιστήμονες εικάζουν ότι ο βωμός (Αγία Τράπεζα) στο εσωτερικό του ναού μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ή για αναίμακτες θυσίες ή για κάθε άλλου είδους τελετές.

Η Φαναγορεία (μέρος της είναι βυθισμένη) είναι η μεγαλύτερη αρχαιοελληνική αποικία και το μεγαλύτερο αρχαιολογικό μνημείο της αρχαίας εποχής της στο έδαφος της Ρωσίας και βρίσκεται στην χερσόνησο Ταμάν, στο νότο της χώρας. Η πόλη ιδρύθηκε στα μέσα του 6ου π.χ αιώνα από Έλληνες αποίκους και για μεγάλο διάστημα αποτελούσε μια από τις δύο αρχαίες πρωτεύουσες στο έδαφος της Ρωσίας στη δημόσια εκπαίδευση του βασιλείου αυτού του Βοσπόρου (αρχές του 5ου αιώνα).

Το αρχαιολογικό χώρα είχε επισκεφθεί και ο πρόεδρος Πούτιν το 2011.

Οικισμοί στη χερσόνησο του Ταμάν

1. Γεωγραφική θέση – έρευνες

Η χερσόνησος του Ταμάν βρίσκεται στην ασιατική πλευρά του Κιμμερικού Βοσπόρου, στο σημερινό Krasnodar Krai της Ρωσίας. Βόρεια ορίζεται από την Αζοφική θάλασσα, νότια από τη Μαύρη θάλασσα, ενώ δυτικά από τα στενά του Κέρτς. Ανάμεσα στους οικισμούς που ιδρύθηκαν συμπεριλαμβάνονται η Φαναγορεία, η Ερμώνασσα, οι Κήποι, και η Γοργιππία. Πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου προσπαθούν να αναδείξουν τους αγροτικούς οικισμούς που εντάσσονταν στη "χώρα" των μεγάλων πόλεων, φέροντας στο φως ερείπια άλλων δύο οικισμών, του Batareyka II και του Golubitskaia 2.

2. Ιστορία

Πριν από την ίδρυση των αποικιών, η χερσόνησος του Ταμάν κατοικήθηκε από τους Μαιώτες1 και τους Σινδούς,2 νομαδικά φύλα τα οποία αργότερα εγκαταστάθηκαν στους τοπικούς οικισμούς και αφομοιώθηκαν. Κατά την Κλασική περίοδο η χερσόνησος ενσωματώθηκε στο βασίλειο του Βοσπόρου, ενώ κατά τον 4ο αι. μ.Χ. η περιοχή κατακτήθηκε από τους Ούνους.

Η αποικιακή δραστηριότητα στη χερσόνησο του Ταμάν ξεκίνησε στο α΄ μισό του 6ου π.Χ. αι., όταν κάτοικοι της Μιλήτου ίδρυσαν τους Κήπους μαζί με το Παντικάπαιο στη χερσόνησο του Κέρτς, στην ανατολική πλευρά της Κριμαίας. Η ταυτόχρονη ίδρυση των δύο αυτών αποικιών έδωσε στους Μιλήσιους τον έλεγχο των στενών του Κιμμερικού Βοσπόρου, απ' όπου διακινούνταν τα εμπορεύματα για να καταλήξουν στην Αζοφική θάλασσα και στο δέλτα του Δούναβη.

Η εύφορη γη της χερσονήσου του Ταμάν στο δέλτα του ποταμού Kubar, μετέτρεψε το οικιστικό δίκτυο της Φαναγορείας, της Ερμώνασσας και των Κήπων σε μεγάλο αγροτικό και οικονομικό κέντρο. Σε αυτή την ευημερία συνετέλεσε και η ειρηνική σχέση των Ελλήνων αποίκων με τους Μαιώτες και τους Σινδούς.

3. Πρόσφατες έρευνες

Πρόσφατες γεωαρχαιολογικές έρευνες του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου επιχειρούν να αναδείξουν τη σχέση και την ιεραρχία μεταξύ των πόλεων και της ενδοχώρας αλλά και των αποίκων μεταξύ τους. Η έρευνα έχει ως στόχο την ένταξη των γεωαρχαιολογικών αποτελεσμάτων στα ανασκαφικά ευρήματα των Κήπων, τα οποία φυλάσσονται στο Ιστορικό Μουσείο Μόσχας. Η ως τώρα έρευνα έφερε στο φως ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εύρημα: τον άγνωστο έως σήμερα οικισμό Golubitskaia 2. Τόσο οι επιφανειακές έρευνες, όσο και οι δοκιμαστικές τομές αποκάλυψαν το μεγαλύτερο τμήμα των τειχών της πόλης καθώς και κεραμική, σύμφωνα με την οποία ο χώρος κατοικούνταν από τον 6ο αι. π.Χ. ως την Ελληνιστική περίοδο (2ος-1ος αι. π.Χ. ).

Οι ειδικοί σήμερα γνωρίζουν το σύστημα καταμερισμού της γης στη χερσόνησο του Ταμάν, ειδικά στην περιοχή Phantalovskij (σύγχρονο ΒΔ Ταμάν), και υποστηρίζουν ότι εκτός από τους βασικούς οικισμούς στη χερσόνησο υπήρχαν άλλοι 185 περίπου δορυφόροι οικισμοί.

4. Οι αγροτικοί οικισμοί

4.1. Φαναγορεία

Σύμφωνα με τα κεραμικά ευρήματα, η Φαναγορεία ιδρύθηκε στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. , από κατοίκους των Αβδήρων με καταγωγή από την Τέω.

Η Φαναγορεία είναι η μεγαλύτερη σε έκταση ελληνική αποικία στη περιοχή (με έκταση περίπου 65 εκταρίων). Παρ΄ ό,τι οι αναφορές στις γραπτές πηγές δεν είναι πολλές, και συνεπώς οι πληροφορίες μας για την πόλη στηρίζονται κυρίως στα αρχαιολογικά ευρήματα, τόσο ο Εκαταίος ο Μιλήσιος όσο και ο Στράβων αναφέρονται στην τοποθεσία και την εμπορική δραστηριότητά της.3

Τόσο η ανάπτυξη της γεωργικής παραγωγής της πόλης, η οποία παρήγαγε και εξήγαγε σιτηρά, όσο και η γεωγραφική της θέση στα στενά του Κέρτς, χάρη στην οποία η Φαναγορεία έλεγχε τις εμπορικές διαδρομές μέχρι και τα Ουράλια Όρη, ευνόησαν την οικονομική άνθηση της πόλης κατά τον 5ο αι. π.Χ. Η γόνιμη γη της χερσονήσου του Ταμάν, και ειδικότερα η χώρα της Φαναγορείας ευνόησαν ιδιαίτερα τη γεωργική ανάπτυξη στην περιοχή. Μάλιστα, οι ανασκαφικές έρευνες έχουν φέρει στο φως τη λεγόμενη «Οικία του Σιτέμπορα», η οποία χρονολογείται στον 5ο αι. π.Χ. Στο κτήριο αυτό βρέθηκε πλήθος αποθηκευτικών πίθων με υπολείμματα σιτηρών. Εκτός από την παραγωγή σιτηρών, σύμφωνα με την αρχαιολογία οι κάτοικοι της Φαναγορείας επιδίδονταν στην αμπελοκαλλιέργεια. Επιπλέον, οι κάτοικοι επιδίδονταν στην αλιεία, όπως μαρτυρούν τα χάλκινα αγκίστρια και τα αλιευτικά βάρη που ανασκάφτηκαν στην πόλη.

Κατά τον 5ο αι. π.Χ. η Φαναγορεία ενώθηκε με το Παντικάπαιο και άλλες πόλεις των χερσονήσων Κερτς και Ταμάν και σχημάτισαν το βασίλειο του Βοσπόρου, το οποίο κυβέρνησαν πρώτα οι Αρχαιανακτίδες και στη συνέχεια οι Σπαρτοκίδες. Κατά τον 3ο και 4ο μ.Χ. αι. η Φαναγορεία παρήκμασε οικονομικά, και τελικά έπεσε στα χέρια των Ούνων.

4.2. Ερμώνασσα

Η Ερμώνασσα βρίσκεται στη σημερινή ρωσική πόλη Tmutarakan, στα νότια του κόλπου του Ταμάν. Ιδρύθηκε τον 6ο αι. π.Χ. και υπήρξε η μοναδική αιολική αποικία της βόρειας Μαύρης θάλασσας. Η πόλη άλλαξε πολλές ονομασίες: το ελληνικό της όνομα, Ερμώνασσα, διαδέχτηκε τα ονόματα Matluka και Tamatarkha των Χαζάρων, ενώ οι Γενοβέζοι την αποκαλούσαν Matrega και οι Τούρκοι Ταμάν. Οι αρχαίες πηγές που αναφέρονται στην Ερμώνασσα είναι αρκετές: τόσο ο Στράβων όσο και ο Διονύσιος ο Περιηγητής αναφέρονται στην πόλη.4 Μάλιστα, ο Διονύσιος επαινε την αρχιτεκτονική της.

Η πόλη είχε μακρότατη ιστορία, από τον 6ο αι. π.Χ. έως και το 17ο αι. μ.Χ., ενώ κατοικούνταν μέχρι προ πεντηκονταετίας. Η γεωστρατηγική της θέση τής επέτρεπε να ελέγχει το πέρασμα από τη Μαύρη στην Αζοφική θάλασσα. Παρά τις συστηματικές ανασκαφές, δε στάθηκε εφικτό να αποκαλυφθούν όλα τα στρώματα της πόλης, ενώ το βόρειο τμήμα της έχει δυστυχώς βυθιστεί λόγω γεωλογικών αλλαγών. Η ακριβής τοποθεσία της Ερμώνασσας είναι δύσκολο να καθοριστεί, όχι μόνο λόγω των γεωμορφολογικών αλλαγών της περιοχής αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν έχει βρεθεί καμία επιγραφή με το όνομα της πόλης στην ευρύτερη χερσόνησο.

Η αγροτική ανάπτυξη της πόλης ακολούθησε αυτή της γειτονικής Φαναγορείας και ήδη από τον 6ο αι. π.Χ. αλλά και μέσα στον 5ο αι. π.Χ. η Ερμώνασσα επεκτάθηκε στην καλλιέργεια της γύρω χώρας. Η εμπορική δραστηριότητα της Ερμώνασσας διαφαίνεται από τα ευρήματα του 6ου και 5ου αι. π.Χ., στα οποία περιλαμβάνεται εκτενής κορινθιακή κεραμική αλλά και χιώτικοι αμφορείς που μετέφεραν κρασί, ενώ οι επαφές και οι σχέσεις της πόλης με τις Κυκλάδες και το βόρειο Αιγαίο είναι καταφανείς από τον 5ο αι. π.Χ. κ.ε. Η μακρόχρονη παράδοση της πόλης στην οινοπαραγωγή φαίνεται από τα δύο οινοποιεία που ανασκάφτηκαν στα περίχωρά της και ανήκουν στον 3ο αι. μ.Χ.

4.3. Κήποι

Οι Κήποι βρίσκονται περίπου 3 χλμ. από τη Φαναγορεία, στο σημερινό χωριό Sennoi της Ρωσίας, στα ανατολικά της χερσονήσου του Ταμάν. Ιδρύθηκαν από τους Μιλησίους τον 6ο αι. π.Χ.,5 και καταλαμβάνουν την κορυφή και τους πρόποδες ενός λόφου, καλύπτοντας έκταση 20-25 εκταρίων περίπου.

Οι Κήποι ανασκάφτηκαν σε δύο φάσεις, από το 1957 ως το 1972 και από το 1984 ως το 1989. Οι ανασκαφές, παρά τα εκτεταμένα στρωματογραφικά προβλήματα, απέδειξαν ότι η πόλη υπήρχε από τον 6ο αι. π.Χ. ως τον 4ο αι. μ.Χ. Στο πλαίσιο των προβλημάτων που προέκυψαν, λίγα είναι τα ασφαλή στοιχεία όσον αφορά τόσο στη δημόσια αρχιτεκτονική όσο και στο οικιστικό πλέγμα της πόλης. Από τα σημαντικότερα και σπανιότερα ευρήματα είναι ο ναός της Αφροδίτης (2ος-1ος αι. π.Χ.), καθώς και το υπόγειο μιας οικίας του 4ου αι. π.Χ.

4.4. Γοργιππία

Η Γοργιππία ιδρύθηκε από το Γόργιππο, αδερφό του Λεύκωνα, τον 6ο αι. π.Χ., στη θέση των πρωιμότερων οικισμών Σίνδου ή Σινδικού Λιμένα. Η ανασκαφή της πόλης ξεκίνησε το 1982 και ολοκληρώθηκε κατά τη διάρκεια σωστικών ανασκαφών στην περιοχή το 1989-91. Δυστυχώς οι γραπτές πηγές δεν αναφέρονται εκτενώς στην πόλη: από αυτές, μόνο ο Στράβων κάνει λόγο για την εγγύτητά της στη θάλασσα.6 Η πόλη προφανώς αποτελούσε λιμένα με εμπορική και αγροτική δραστηριότητα.

Η ίδρυσή της αποσκοπούσε στην ανάπτυξη της αγροτικής καλλιέργειας και την ενίσχυση της εμπορικής δραστηριότητας με την πόλη των Αθηνών. Η πόλη ήταν οχυρωμένη ήδη από τον 5ο αι. π.Χ., πιθανότατα για να αντισταθεί στην εξάπλωση του Παντικαπαίου των καιρό των Σπαρτοκιδών. Η οχύρωση της πόλης πιθανώς αντανακλά την οικονομική επάρκεια και ανεξαρτησία της λόγω της αγροτικής καλλιέργειας. Τα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν τις εμπορικές σχέσεις της πόλης με την ενδοχώρα και τους γύρω οικισμούς.

Η χώρα της Γοργιππίας περιλάμβανε πληθώρα μικρότερων δορυφόρων οικισμών όπως οι Dzhemete, Natukhaewskaya, Su-Psekh, Krasnaja skala κτλ., και ήταν αρκετά αραιά δομημένη.

Πηγή1 - Πηγή2

1. Στράβ. 11· Πλίν. 4.7.26· Πομπ. Μελα, 1.2.6, 1.19.17.

2. Ηρ. 4.28.

3. Εκατ. Μ. fr. 164 FHG (212 FGH)· Στράβ. 11.2.10.

4. Στράβ. 11.2.169· Διον. Περ. 541-553.

5. Πλίν., ΦΙ. 6.18.

6. Στράβ. 11.2.11.