Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

Οι Ερινύες

Οι Ερινύες ήταν χθόνιες θεές που κατοικούσαν στον Άδη. Καταδίωκαν όσους είχαν διαπράξει ηθικά εγκλήματα και τους τιμωρούσαν με φρικτά βασανιστήρια ή ακόμη και θάνατο. Επίσης τιμωρούσαν όσους είχαν διαπράξει εγκλήματα κατά της φυσικής αρμονίας. Θεωρούνταν η προσωποποίηση των τύψεων και γι’ αυτό είχαν φρικιαστική εμφάνιση.

Κατά τον Ησίοδο γεννήθηκαν από το αίμα του Ουρανού, όταν τον ευνούχισε ο Κρόνος με ένα δρεπάνι. Από το αίμα που έσταξε γεννήθηκαν τρεις: η Αληκτώ, η Τισιφόνη και η Μέγαιρα. Στην «Ορέστεια» του Αισχύλου, οι Ερινύες που κυνηγούσαν τον Ορέστη για να τον τιμωρήσουν για τον φόνο της μητέρας του περιγράφονται ως μία ομάδα γυναικών οι οποίες στο κεφάλι τους αντί για μαλλιά είχαν φίδια. Ήταν ρακένδυτες με γκρίζα φορέματα και έμοιαζαν σαν πεθαμένες.

Τα μάτια τους έσφιζαν από οργή και μίσος και ξεχείλιζαν αίμα. Από το στόμα τους έβγαζαν σπαρακτικές κραυγές ζώων ή μούγκριζαν σαν να πονούσαν. Σε διάφορα αγγεία αναπαρίστανται με φτερά πίσω από την πλάτη τους σαν τις Άρπυιες. Σύμφωνα με τη μυθολογία, όταν έπιαναν τον «κατηγορούμενο» που τον βασάνιζαν οι τύψεις, τον τιμωρούσαν με φρικιαστικό θάνατο. Έκοβαν το κεφάλι του, έβγαζαν τα μάτια, έπιναν το αίμα, έσκιζαν το σώμα, τον λιθοβολούσαν ή τον έκαιγαν με την καυτή αναπνοή τους.

Με αυτόν τον τρόπο αφαιρούσαν το μίασμα του φόνου εξαφανίζοντας τον κατηγορούμενο ή ολόκληρο το γένος που ενεπλάκη στη φονική αλυσίδα. Άλλοτε τιμωρούσαν τον «παραστρατημένο» με διανοητικά βασανιστήρια. Μπορούσαν να επιφέρουν σύγχυση, μανία, τρέλα, ακόμη και στειρότητα. Με το μουγκρητό τους, θόλωναν τον νου των ανθρώπων και τους οδηγούσαν στην αυτοκτονία. Κανένας θνητός, αθάνατος ή ζώο δεν μπορούσε να ξεφύγει από την οργή τους.

Οι Ερινύες στους μύθους και στα έπη 


Οι αρχαίοι επικαλούνταν τις Ερινύες συχνά ως μάρτυρες ενός όρκου. Στο τέλος της «Ιλιάδας», ο Αγαμέμνων συμφιλιώθηκε με τον Αχιλλέα κατά την διάρκεια μίας ιεροτελεστίας. Έκοψε τρίχες κάπρου και προσευχήθηκε στον Δία, την Γη, τον Ήλιο και τις Ερινύες. Ορκίστηκε πως εάν ψεύδεται τότε να τον  καταραστούν οι θεοί. Ωστόσο, οι θνητοί τις επικαλούνταν και όταν ήθελαν να καταραστούν κάποιον εχθρό ή ακόμη και κάποιο μέλος της οικογένειάς τους. Στην «Ιλιάδα», ο Φοίνικας αποκαλύπτει πως ο πατέρας του Αμύντορας, τον καταράστηκε να μείνει άτεκνος επικαλούμενος τις Ερινύες. Εκείνες άκουσαν την κατάρα και την πραγματοποίησαν.

Στην «Οδύσσεια», οι Ερινύες παρουσιάζονται και ως προστάτιδες των φτωχών. Όταν ένας από τους μνηστήρες, ο Αντίνοος, πέταξε ένα σκαμνί στον μεταμφιεσμένο Οδυσσέα, εκείνος επικαλέστηκε τους θεούς των φτωχών και τις Ερινύες τις οποίες κάλεσε να τιμωρήσουν τον Αντίνοο. Τελικά ο Αντίνοος βρήκε φρικτό θάνατο στην μνηστηροφονία.

Στους «Επιγόνους» ο Αλκμαίων, γιος του μάντη Αμφιάραου, σκότωσε την μητέρα του Εριφύλη επειδή πρόδωσε αυτόν και τον πατέρα του, στις εκστρατείες κατά της Θήβας. Αφού την σκότωσε, οι Ερινύες άρχισαν να τον καταδιώκουν και εκείνος τρελάθηκε από τις κραυγές τους. Παρ’ όλο που εξαγνίστηκε από το μίασμα του φόνου από τον βασιλιά της Ψωφίδας Φηγέα, οι Ερινύες συνέχισαν να τον κυνηγούν. Τελικά κατέφυγε στο μαντείο των Δελφών. Εκεί του αποκάλυψαν πως θα μπορούσε να απαλλαχθεί από τις Ερινύες όταν θα έφτανε «στην γη που δεν υπήρχε όταν έγινε το έγκλημα». Η γη αυτή ήταν το δέλτα του Αχελώου που σχηματίζεται εποχικά. Όταν ο Αλκμαίων έφτασε εκεί ηρέμησε.

Οι Ευμενίδες 


Όταν οι Ερινύες καταδίωξαν τον Ορέστη επειδή σκότωσε την Κλυταιμνήστρα, εκείνος κατέφυγε στον ναό του Απόλλωνα για να προστατευτεί. Ο θεός τον εξάγνισε από το μίασμα του φόνου αλλά οι Ερινύες εξακολουθούσαν να τον κυνηγούν. Τότε επενέβη η θεά Αθηνά και έπεισε τις Ερινύες να σταματήσουν να εκδικούνται τον φόνο με νέο φόνο και να γίνουν θεές της ευλογίας.

Τότε άλλαξαν ριζικά. Εγκαταστάθηκαν στην Αττική όπου προστάτευαν την βλάστηση και την καρποφορία. Με την βοήθεια των Μοιρών, οι Ερινύες, από τότε έγιναν γνωστές ως Ευμενίδες και έφερναν την ομόνοια στους κατοίκους των Αθηνών. Όσο για τους κατηγορουμένους, θα δικάζονταν πλέον από τον Άρειο Πάγο. Όταν οι αρχαίοι επινόησαν τους γραπτούς νόμους η μυθολογία προσαρμόστηκε αναλόγως. Πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο «Ελληνική Μυθολογία: Οι Θεοί» του Ι. Κακριδή, εκδόσεις Πολιτεία....



Πηγή