Δευτέρα 14 Μαρτίου 2022

Ο Θεός Παν

Ο Παν (δημ. Πάνας) είναι αρχαία ελληνική, ιδεατή, ανθρωπόμορφη δευτερεύουσα θεότητα, που ήταν συνυφασμένη με την «πανίδα» της Φύσης, (άνθρωποι και ζώα) σε μια αμφίδρομη σχέση προστασίας, αλλά και προσωποποίηση της γενετικής δύναμης της ζωής.

Συνδυάζοντας τον ανθρώπινο και ζωικό παράγοντα, ο Παν απεικονιζόταν έχοντας κάτω άκρα ζώου, «Θεός τραγοπόδαρος», ως προστάτης των κτηνοτρόφων, των κυνηγών, των αλιέων και των ποιμένων με μόνιμη διαμονή σε χώρους της φύσης (όρη, δάση, σπήλαια, κοιλάδες, ρεματιές κλπ). Η λατρεία του έλαβε μέγιστη ανάπτυξη παράλληλα με εκείνη του Δία και των άλλων Ολύμπιων Θεών σε όλο τον ελλαδικό χώρο και πέραν αυτού.

Κατά τις κυριότερες μυθολογικές παραδόσεις των αρχαίων Ελλήνων, ο Παν ήταν γιος:

  • (Αρκαδία): Του Ερμή και της νύμφης Πηνελόπης, που μετέστη αργότερα στον ουρανό ως υφάντρα του ουράνιου πέπλου και την οποία μεταγενέστεροι μυθογράφοι ταύτισαν με τη Σπαρτιάτισσα σύζυγο του Οδυσσέα. Βάσει αυτού του μύθου ο Παν είχε γεννηθεί στο όρος Κυλλήνη της αρχαίας Αρκαδίας.
  • (Αρκαδία): Του Ερμή και της νύμφης Καλλιστούς, συνοδού της θεάς Άρτεμης στην Αρκαδία, που αργότερα μετέστη επίσης στον ουρανό σχηματίζοντας τη Μεγάλη Άρκτο.
  • Του Διός και της νύμφης Καλλιστούς ή του Διός και της νύμφης Θύμβριδος.
  • Του Ουρανού και της Γαίας.
  • Του Αιθέρος και κάποιας νύμφης.
  • Του Απόλλωνα και της Οινόης.

Πιθανότερη ετυμολογία του ονόματος φέρεται εκ της ρίζας Πα = περιποιούμαι, φυλάσσω και εξ αυτού πάομαι και λατινικό pasco = βόσκω. Ο Μαξ Μύλλερ δίνει ερμηνεία εκ του σανσκριτικού «Παβάνα» (= άνεμος) για αυτό ο Παν φέρεται να συμβολίζει τον ελαφρύ άνεμο κατά τις πρωινές και απογευματινές ώρες.

Μύθοι

Η εμφάνιση του Πανός στην Ελληνική Μυθολογία φαίνεται να ανάγεται στον 7ο αιώνα π.Χ.. Σύμφωνα με τις επικρατέστερες παραδόσεις γεννήθηκε στο όρος Λύκαιον της Αρκαδίας. Μόλις όμως τον αντίκρισε η μητέρα του τον εγκατέλειψε τρομαγμένη από τη μορφή που είχε, με δύο κέρατα κατσικιού στο κεφάλι, μυτερά αυτιά, γενειοφόρος και τραγοπόδαρος. Ο Ερμής που αντιλήφθηκε τη σκηνή έσπευσε και προστάτευσε τον έκθετο Πάνα τον οποίο και μετέφερε στον Όλυμπο όπου και τον παρουσίασε στον Δία και τους άλλους θεούς οι οποίοι και τον καλοδέχθηκαν. Στη συνέχεια επέστρεψε και ανατράφηκε από τις αρκαδικές Νύμφες, οπότε και έγινε φίλος του Διονύσου και εμφανίσθηκε πλέον ως προστάτης των γεωργών και κτηνοτρόφων και των προϊόντων τους, φίλος του κρασιού και του γλεντιού.

Ο Παν ήταν ο σύντροφος των Νυμφών και εραστής κάθε νέας ή νέου που πλησίαζε τον χώρο του, δηλαδή τη φύση. Προστάτης του πολλαπλασιασμού των αιγοπροβάτων, δεν άργησε να θεωρείται και ο ίδιος επιβήτορας ακόμη και αυτών. Αγαπούσε τη φυσική υπαίθρια ζωή και περνούσε ώρες ατέλειωτες παίζοντας με τον ποιμενικό του αυλό, τη σύριγγα. Λέγεται μάλιστα ότι η Σύριγγα (αρχαία: Σύριγξ) ήταν και αυτή Νύμφη, η οποία προκειμένου να τον αποφύγει μεταμορφώθηκε σε καλαμιά. Τότε ο Παν έκοψε απ΄ αυτήν ανόμοια τεμάχια καλαμιού, τα οποία και ένωσε σε σειρά και δημιούργησε τον αυλό του.

Οι ερωτικές περιπέτειες που είχε με τις διάφορες Νύμφες είναι πολλές, σημαντικότερη των οποίων φέρεται εκείνη της αποπλάνησης της Σελήνης (ιδεατή ερμηνεία της Νέας Σελήνης).

Χαρακτηριστικός σχετικά με το πρόσωπό του είναι και ο θρύλος, ότι στη Μάχη του Μαραθώνα βοήθησε τους Έλληνες εναντίον των Περσών με δυνατές και τρομακτικές φωνές, επαναλαμβάνοντας ρυθμικά το όνομά του "παν - παν - παν", με συνέπεια οι Πέρσες ακούγοντάς τον να καταληφθούν από πανικό (λέξη που προέρχεται από το όνομα Παν).

Ορφικός ύμνος Πανός 

Πᾶνα καλῶ κρατερόν, νόμιον, κόσμοιο τὸ σύμπαν, οὐρανὸν ἠδὲ θάλασσαν ἰδὲ χθόνα παμβασίλειαν καὶ πῦρ ἀθάνατον• τάδε γὰρ μέλη ἐστὶ τὰ Πανός. ἐλθέ, μάκαρ, σκιρτητά, περίδρομε, σύνθρονε Ὥραις, αἰγομελές, βακχευτά, φιλένθεε, ἀστροδίαιτε, ἁρμονίαν κόσμοιο κρέκων φιλοπαίγμονι μολπῆι, φαντασιῶν ἐπαρωγέ, φόβων ἔκπαγλε βροτείων, αἰγονόμοις χαίρων ἀνὰ πίδακας ἠδέ τε βούταις, εὔσκοπε, θηρητήρ, Ἠχοῦς φίλε, σύγχορε νυμφῶν, παντοφυής, γενέτωρ πάντων, πολυώνυμε δαῖμον, κοσμοκράτωρ, αὐξητά, φαεσφόρε, κάρπιμε Παιάν, ἀντροχαρές, βαρύμηνις, ἀληθὴς Ζεὺς ὁ κεράστης. σοὶ γὰρ ἀπειρέσιον γαίης πέδον ἐστήρικται, εἴκει δ᾽ ἀκαμάτου πόντου τὸ βαθύρροον ὕδωρ Ὠκεανός τε πέριξ † ἐν ὕδασι † γαῖαν ἑλίσσων, ἀέριόν τε μέρισμα τροφῆς, ζωοῖσιν ἔναυσμα, καὶ κορυφῆς ἐφύπερθεν ἐλαφροτάτου πυρὸς ὄμμα. βαίνει γὰρ τάδε θεῖα πολύκριτα σαῖσιν ἐφετμαῖς• ἀλλάσσεις δὲ φύσεις πάντων ταῖς σαῖσι προνοίαις βόσκων ἀνθρώπων γενεὴν κατ᾽ ἀπείρονα κόσμον. ἀλλά, μάκαρ, βακχευτά, φιλένθεε, βαῖν᾽ ἐπὶ λοιβαῖς εὐιέροις, ἀγαθὴν δ᾽ ὄπασον βιότοιο τελευτὴν Πανικὸν ἐκπέμπων οἶστρον ἐπὶ τέρματα γαίης.


«Καλώ τον κρατερό Πάνα, τον νόμιο, τον κοσμούντα το σύμπαν, τον ουρανό, την θάλασσα, την παμβασίλεια χθόνα και το αθάνατο πυρ. Γιατί αυτά είναι τα μέλη του Πανός. Έλθε, μάκαρ, σκιρτήτα, περίδρομε, σύνθρονε των Ωρών, αιγομελή, βακχευτή, φιλένθεε, αστροδίεται, που αρμόζεις την αρμονία της φιλοπαίγμονας μόλπης του Κόσμου, επαρωγέ των φαντασιών, έκπαγλε για τους φόβους των βροτών, εσύ που χαίρεσαι στους πίδακες μαζί με τους αιγονόμους και τους αγελαδάρηδες, εύσκοπε, θηρευτή, φίλε της Ηχούς, σύγχορε των Νυμφών, που φύεις τα πάντα, γενέτωρ των πάντων, πολυώνυμε Δαίμονα, Κοσμοκράτωρα, αυξητά, φαεσφόρε, κάρπιμε Παιάν, που χαίρεσαι στα και με τα άντρα, βαρύμηνη, αληθής Ζευς ο κεράστης. Σε σένα στηρίχτηκε το άπειρο πεδίο της γαίας, καθώς υποχωρεί το βαθύροο ύδωρ του ακάμαντου πόντου και ο Ωκεανός που ελίσσει τα ύδατα του γύρω από την γαία, και το αέριο μέρισμα της τροφής. Είσαι έναυσμα της ζωής και το όμμα του ελαφρότατου πυρός, πάνω από την κορυφή των πάντων. Γιατί βαίνουν τα θεία διακρινόμενα από τις δικές σου προσταγές. Αλλάζεις τις φύσεις των πάντων, βόσκοντας τη γενεά των ανθρώπων με τις δικές σου πρόνοιες, στον άπειρο Κόσμο. Αλλά, μάκαρ, βακχευτή, φιλένθεε, έλα στις ευίερες σπονδές, φέρε μας αγαθό τέλος του βίου εκπέμποντας τον Πανικό οίστρο στα τέρματα της γαίας.»


Πηγή εικόνας : Από Χρήστης Templar52Original uploader was Templar52 at el.wikipedia - Transferred from el.wikipedia; transferred to Commons by User:Alaniaris using CommonsHelper.(Original text : Φωτογράφηση εξ ιδίων), Attribution

Πληροφορίες αντλήθηκαν από την πηγή