Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Το εμπόριο την εποχή των Περσικών πολέμων

Μερικές πόλεις παρήγαν προϊόντα, όπως χειροποίητα αντικείμενα, ελαιόλαδο και κρασί, τα οποία είτε εξήγαν είτε τα διέθεταν στο εσω­τερικό. Όλες οι πόλεις, όμως, χρειάζονταν τα συστατικά του μπρούντζου (χαλκό και κασσί­τερο), όπως επίσης και σίδηρο, που ήταν σπά­νιος στο Αιγαίο, προκειμένου να κατασκευά­σουν εργαλεία και όπλα.

Ο άργυρος -ο οποίος εξορυσσόταν κυρίως στην Αττική και τη Θρά­κη, ενώ υπήρχαν και μικρά αποθέματα σε κά­ποια νησιά του Αιγαίου- είχε μεγάλη ζήτηση λόγω της κοπής νέων νομισμάτων στο Αιγαίο!..

Την εποχή των Περσικών πολέ­μων, μέσα από τις σπουδαίες ναυ­μαχίες της Λάδης το 494 π.Χ., της Σαλαμίνας το 480 π.Χ. και της Μυ­κάλης το 479 π.Χ., Έλληνες και Πέρσες συνειδητοποίησαν την πολιτική σημασία των ναυτικών τους δυνάμε­ων. Πριν από αυτό, όμως, οι Έλληνες είχαν ήδη αναπτύξει σε μεγάλη κλίμακα το θαλάσσιο εμπό­ριο. Η περιοχή του Αιγαίου αποτελούσε το επί­κεντρο του εμπορίου.

Οι επαρχιακές πόλεις του 8ου αιώνα π.Χ. είχαν ήδη εξελιχθεί σε πόλεις-κράτη. Αν και εξακολουθούσαν να αποτελούν κατά κύριο λόγο αγροτικές περιοχές, η ευημε­ρία και η συνεχής ανάπτυξη τους εξαρτώνταν ολοένα και περισσότερο από τα εμπορικά αγα­θά. Στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., μερικές πό­λεις ήταν πολυπληθείς: στην Αθήνα υπήρχαν πάνω από 100.000 ελεύθεροι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, ενώ οι ιωνικές πόλεις αριθμούσαν συνολικά πάνω από 250.000 πολίτες.

Η κοινω­νική δομή των πόλεων περιλάμβανε την πλού­σια, συνήθως ολιγάριθμη, ανώτερη τάξη, η οποία ανέκαθεν επιζητούσε την πολυτέλεια, καθώς και μία συνεχώς διευρυνόμενη μεσαία τάξη (των αστών), οι οποίοι διέθεταν τα προς το ζην αλ­λά είχαν και κάποια επιπλέον οικονομική άνε­ση. Μερικές πόλεις παρήγαν προϊόντα, όπως χειροποίητα αντικείμενα, ελαιόλαδο και κρασί, τα οποία είτε εξήγαν είτε τα διέθεταν στο εσω­τερικό.

Όλες οι πόλεις, όμως, χρειάζονταν τα συστατικά του μπρούντζου (χαλκό και κασσί­τερο), όπως επίσης και σίδηρο, που ήταν σπά­νιος στο Αιγαίο, προκειμένου να κατασκευά­σουν εργαλεία και όπλα. Ο άργυρος -ο οποίος εξορυσσόταν κυρίως στην Αττική και τη Θρά­κη, ενώ υπήρχαν και μικρά αποθέματα σε κά­ποια νησιά του Αιγαίου- είχε μεγάλη ζήτηση λόγω της κοπής νέων νομισμάτων στο Αιγαίο.

Το ήλεκτρο, άφθονο στη Λυδία, χρησιμοποιεί το για την κατασκευή κοσμημάτων, καθώς και για τα νομίσματα που έκο­βαν οι ελληνικές πόλεις της Δυτικής Μικράς Ασίας. Ο άργυρος ήταν, επί­σης, απαραίτητος για την αγορά σι­τηρών από την Αίγυπτο και πολυτε­λών και εξωτικών αντικειμένων από την Εγγύς Ανατολή.

Η εμπορική δρα­στηριότητα διαφαινόταν ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ., στις ριψοκίνδυνες εξορ­μήσεις από το Αιγαίο στη Δυτική Ιτα­λία (Ίσκια), με σκοπό την προμήθεια μετάλλων, και στην Εγγύς Ανατολή (Αλ Μίνα) για την αγορά πολυτελών ειδών της Ανατολής. Αυτές οι κινήσεις, όμως, που τότε έμοιαζαν με ισχνό νήμα, υφάνθηκαν σ' έναν πολύπλοκο ιστό και δημιούργησαν ένα σύνθετο εμπορικό δίκτυο.

Οι επαγγελματίες έμποροι, που μετέφεραν αγαθά μέσω των συ­νηθισμένων θαλάσσιων διαδρομών, επέκτειναν τις δραστηριότητες τους από τη Βορειοανατο­λική Ισπανία μέχρι την Αίγυπτο, ενώ κατάφε­ραν να διεισδύσουν στην Αδριατική και τη Μαύ­ρη Θάλασσα. Στις πόλεις δημιουργήθηκαν αγο­ρές που διευκόλυναν τις συναλλαγές και το λια­νικό εμπόριο.

Tα εργαστήρια κεραμικής και μεταλλοτεχνίας εξυπηρετούσαν την τοπική αγο­ρά, ενώ από εκεί οι έμποροι μπορούσαν να προ­μηθευτούν προϊόντα για εξαγωγή. Η παραγω­γή και το εμπόριο ήταν αλληλένδετα, καθώς και τα δύο ήταν απαραίτητα για την εξυπηρέτηση των τοπικών αναγκών, τη διανομή των αγαθών στο Αιγαίο και τη μεταφορά τους από και προς τις υπερπόντιες αγορές, δηλαδή τις ελληνικές αποικίες και τις ξένες χώρες που βρίσκονταν πέρα από το Αιγαίο.

Οι Έλληνες, καθώς η δραστηριό­τητα τους απλωνόταν παντού, ήταν αναγκασμένοι να μοιράζονται με τους Φοίνικες το εμπόριο τόσο στη Δυτι­κή όσο και τη Νοτιοανατολική Με­σόγειο. Όσον αφορά τη δύση, τα πα­ράλια της Βόρειας Αφρικής από τη Σύρτη μέχρι και τον Ατλαντικό, τα πα­ράλια της Ισπανίας κάτω από το Εμπόριον (Ampurias) και τα δυτικά παρά­λια της Σικελίας κατακλύζονταν από εμπορικούς σταθμούς των Φοινίκων, οι οποίοι είχαν δημιουργηθεί από τους Φοίνικες της Τύρου και της Σιδώνας, ή από την αποικία των Φοινίκων, την Καρχη­δόνα.

Η τελευταία, συγκεκριμένα, προστάτευε ζηλότυπα αυτή την περιοχή, καθώς και τη μέ­σω των νησιών πρόσβαση σε αυτή -τις δια­δρομές από τη Μάλτα στη Σικελία και από εκεί στη Σαρδηνία ή στις Βαλεαρίδες και την Ισπα­νία. Την τελευταία περίοδο του 6ου αιώνα π.Χ. απαγορεύθηκε στους Έλληνες η άμεση πρό­σβαση στον κασσίτερο, το χαλκό και το σίδηρο της Νότιας Ισπανίας, παρόλο που έναν αιώνα πριν οι Σάμιοι και οι Φωκαείς έμποροι είχαν φέ­ρει από εκεί στο Αιγαίο πολύτιμα φορτία. Προ­φανώς, εξακολουθούσαν να προμηθεύονται μέ­ταλλα, όμως οι Φοίνικες έμποροι είχαν ήδη ωφε­ληθεί το αρχικό κέρδος.


Οι Έλληνες και οι Φοί­νικες είχαν αναπτύξει εμπορικές συναλλαγές μεταξύ τους στον Σελινούντα της Σικελίας και επίσης μοιράζονταν την πλούσια αγορά των Ετρούσκων9. Όμως, οι Ετρούσκοι δεν ήθελαν τις ελληνικές αποικίες στην περιοχή τους. Έτσι, το 540 π.Χ., συμμάχησαν με τους Καρχηδόνι­ους προκειμένου να διώξουν τους Φωκαείς από την Αλαλία της Κορσικής.

Η Μασσαλία, που εί­χε ιδρυθεί μέχρι το 600 π.Χ., και το Εμπόριον παρέμειναν τα κυριότερα λιμάνια στη μακρινή Δυτική Μεσόγειο.Στην Εγγύς Ανατολή, όπου βρισκόταν η βά­ση του φοινικικού εμπορίου από την εποχή του χαλκού, υπήρχαν ελάχιστοι Έλληνες. Πράγμα­τι, σε εμπορικά μέρη στα παράλια της Συρίας, όπως την Αλ Μίνα, ζούσαν μερικοί Έλληνες, μαζί με Κύπριους και γηγενείς.

Το εμπόριο εκεί είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς από εκείνη την περιοχή προέρχονταν τα ανατολίτικα αγαθά, υφάσματα, μεταλλικά σκεύη, πήλινα, κοσμή­ματα και ελεφαντόδοντο, τα οποία είχαν ασκή­σει μεγάλη επιρροή στην εξέλιξη των ελληνι­κών εφαρμοσμένων τεχνών κατά τον 8ο και τον 7ο αιώνα π.Χ.


Πανεπιστήμιο Καίμπριτζ: Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας



Πηγή