Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Ξενοφώντας, ο Θηραμένης και η χειραγώγηση του πλήθους

Οι Αθηναίοι, αφού κατατρόπωσαν το στόλο του Καλλικρατίδα, βρέθηκαν στο δίλημμα, αν πρέπει να κυνηγήσουν το στόλο των εχθρών, για να επιτύχουν την ολοκληρωτική συντριβή του, ή να καθυστερήσουν περισυλλέγοντας τους ναυαγούς τους.
Τελικά, η περισυλλογή των ναυαγών κατέστη αδύνατη: «Ενώ όμως σκόπευαν να τα κάνουν αυτά, σηκώθηκε δυνατός άνεμος και τρικυμία που τους εμπόδισε· έστησαν λοιπόν τρόπαιο και στρατοπέδευσαν εκεί». (1, 6, 35). Η εξέλιξη αυτή θα προκαλούσε θύελλα στην Αθήνα: «Οι Αθηναίοι καθαίρεσαν αυτούς τους στρατηγούς εκτός από τον Κόνωνα· κοντά σε τούτον διόρισαν τον Αδείμαντο και το Φιλοκλή. Από τους στρατηγούς που είχαν πάρει μέρος στη ναυμαχία ο Πρωτόμαχος κι ο Αριστογένης δεν επέστρεψαν στην Αθήνα, ήρθαν όμως έξι – ο Περικλής, ο Διομέδων, ο Λυσίας, ο Αριστοκράτης, ο Θράσυλλος κι ο Ερασινίδης». (1, 7, 1 – 2).Η τελική απόφαση των στρατηγών ήταν να σταλούν δυνάμεις προς βοήθεια των βυθισμένων αθηναϊκών πλοίων και ο υπόλοιπος στόλος να κατευθυνθεί το ταχύτερο στη Μυτιλήνη, που την πολιορκούσε ο Ετεόνικος:
«Οι Αθηναίοι στρατηγοί αποφάσισαν να στείλουν βοήθεια σαράντα εφτά πλοία με το Θηραμένη και το Θρασύβουλο (που ήταν τριήραρχοι), καθώς και μερικούς ταξίαρχους, στα βυθισμένα πλοία και στους ναυαγούς που βρίσκονταν επάνω τους· με τον υπόλοιπο στόλο θα πήγαιναν να χτυπήσουν τα πλοία του Ετεονίκου που πολιορκούσε τη Μυτιλήνη». (1, 6, 35).

Ο χορός των κατηγοριών θα ξεκινούσε σε βάρος του Ερασινίδη: «Ο Αρχέδημος, αρχηγός της δημοκρατικής μερίδας τότε στην Αθήνα κι επιμελητής της διανομής των δύο οβολών» (ο Ρόδης Ρούφος σημειώνει ότι επρόκειτο για έκτακτο βοήθημα στα θύματα πολέμου) «κατήγγειλε τον Ερασινίδη στο δικαστήριο και πέτυχε να του επιβληθεί προδικαστικό πρόστιμο, με τον ισχυρισμό ότι κατακρατούσε χρήματα που είχε εισπράξει στον Ελλήσποντο για λογαριασμό του δημοσίου· τον κατηγορούσε ακόμα και για τη διαγωγή του σαν στρατηγού». (1, 7, 2).

Οι καταγγελίες αυτές, όπως ήταν φυσικό, οδήγησαν τον Ερασινίδη ενώπιον του δικαστηρίου, το οποίο πέρα από το πρόστιμο διέταξε και τη φυλάκισή του. Αμέσως μετά ήταν η ώρα να λογοδοτήσουν και οι υπόλοιποι στρατηγοί σχετικά με την υπόθεση των ναυαγών που δεν περισυλλέχθηκαν: «Κατόπιν οι στρατηγοί έδωσαν αναφορά στη Βουλή για τη ναυμαχία και για τη σφοδρότητα της τρικυμίας. Με πρόταση του Τιμοκράτη η Βουλή αποφάσισε να φυλακιστούν και οι υπόλοιποι στρατηγοί και να παραπεμφθούν στη Συνέλευση του λαού». (1, 7, 3).

Ο άνθρωπος που πρωτοστάτησε κατηγορώντας τους στρατηγούς για αμέλεια καθήκοντος ήταν ο Θηραμένης: «… έπρεπε να λογοδοτήσουν, είπε, γιατί δεν περιμάζεψαν τους ναυαγούς. Σαν απόδειξη ότι δεν έριχναν την ευθύνη σε κανέναν άλλο, παρουσίασε το γράμμα που ‘χαν στείλει στη Βουλή και στη Συνέλευση, όπου ανέφεραν ως μόνη δικαιολογία την τρικυμία». (1, 7, 4).

Ο Θηραμένης παίζει το ρόλο του πιο αδυσώπητου δημόσιου κατήγορου ξεκαθαρίζοντας ότι την ευθύνη την έχουν οι στρατηγοί και μόνο οι στρατηγοί, αφού και το γράμμα που έστειλαν δεν κάνει λόγο για τίποτε άλλο πέρα από την τρικυμία. Το ότι οι στρατηγοί είχαν αναθέσει σε εκείνον (μαζί με το Θρασύβουλο) την περισυλλογή των ναυαγών δε φαίνεται να έχει σημασία, καθιστώντας σαφές ότι το ζήτημα δεν αφορά τη διαλεύκανση της υπόθεσης, αλλά την αποφυγή κάθε ευθύνης.

Ο Θηραμένης ως αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων, γνώριζε από πρώτο χέρι τη σφοδρότητα της τρικυμίας, που έκανε απαγορευτική την προσπάθεια της ανεύρεσης των ναυαγών. Ο Ξενοφώντας δε διευκρινίζει τα κίνητρα αυτής της συμπεριφοράς. Αυτό που μπορεί κανείς να υποθέσει είναι ότι μια γρήγορη καταδίκη των στρατηγών θα έκλεινε οριστικά το θέμα, χωρίς να προχωρήσει κανείς σε περαιτέρω ενοχλητικές λεπτομέρειες – δηλαδή στις ευθύνες του Θηραμένη. Ενδεχομένως και η προσωπική φιλοδοξία να γίνει στρατηγός μετά την εξόντωση των άλλων να αποτελεί επιπλέον κίνητρο.

Ανεξάρτητα από τις εικασίες των προσωπικών κινήτρων, ο Θηραμένης κατάφερε να δημιουργήσει το επιθυμητό γι’ αυτόν αρνητικό κλίμα προς τους στρατηγούς, οι οποίοι υποχρεώθηκαν να απολογηθούν σε ελάχιστο χρόνο, λιγότερο απ’ αυτόν που όριζε ο νόμος: «Τότε απολογήθηκαν ένας ένας οι στρατηγοί – σύντομα, γιατί δεν τους δόθηκε ο νόμιμος χρόνος – και διηγήθηκαν τι είχαν κάνει: οι ίδιοι, είπαν, κίνησαν να επιτεθούν στον εχθρό, αναθέτοντας την περισυλλογή των ναυαγών σε μερικούς τριηράρχους, ανθρώπους ικανούς και που είχαν προϋπηρετήσει σαν στρατηγοί – το Θηραμένη, το Θρασύβουλο κι άλλους σαν κι αυτούς. Αν κάποιοι έπρεπε οπωσδήποτε να κατηγορηθούν σχετικά με την περισυλλογή των ναυαγών, δεν ήταν άλλοι από κείνους στους οποίους είχε ανατεθεί». (1, 7, 5 – 6).

Το ζήτημα παίρνει διαστάσεις καθαρά προσωπικές σ’ έναν αγώνα αποφυγής ευθυνών. Οι στρατηγοί θέλησαν να μετριάσουν τους τόνους: «Αλλά μ’ όλο που μας κατηγορούν εμείς δε θα πούμε βέβαια ψέματα ότι εκείνοι φταίνε. Η δύναμη της τρικυμίας ήταν που εμπόδισε την περισυλλογή των ναυαγών». (1, 7, 6).

Έφεραν μάλιστα και μάρτυρες που επιβεβαίωναν τα λεγόμενά τους: «Τα λόγια τους άρχισαν να πείθουν το λαό, τόσο που σηκώθηκαν κάμποσοι πολίτες, πρόθυμοι να εγγυηθούν γι’ αυτούς. Επειδή ωστόσο ήταν κιόλας αργά και δεν ξεχώριζαν τα υψωμένα χέρια, αποφασίστηκε ν’ αναβληθεί η υπόθεση γι’ άλλη συνεδρίαση· στο μεταξύ η Βουλή θα ετοίμαζε εισήγηση για το πώς έπρεπε να δικαστούν οι κατηγορούμενοι». (1, 7, 7).

Η διακοπή της Συνέλευσης και η τριήμερη γιορτή των Απατουρίων που ακολούθησε ήταν πολύτιμος χρόνος για το Θηραμένη που έσπευσε να επωφεληθεί: «… οι άνθρωποι του Θηραμένη κανόνισαν με πολλούς, από κείνους που ‘ταν ντυμένοι στα μαύρα κι είχαν ξυρισμένα τα κεφάλια τους, να πάνε στη Συνέλευση και να παραστήσουν τους συγγενείς των θυμάτων· παράλληλα έπεισαν τον Καλλίξενο να κατηγορήσει τους στρατηγούς στη Βουλή». (1, 7, 8).

.
Τώρα πια όλα ήταν έτοιμα· οι ψευδομάρτυρες του Θηραμένη, οι κλακαδόροι που διαμορφώνουν το κλίμα και ο εγκάθετος εισηγητής των προτάσεων θα επιφέρουν την πόλωση οδηγώντας τα πράγματα στα άκρα. Όταν πια έγινε η συνέλευση, η Βουλή ακολουθώντας την πρόταση του Καλλίξενου, εισηγήθηκε τα εξής: «Μια και στην προηγούμενη συνεδρίαση είχαν ακούσει οι Αθηναίοι και τις κατηγορίες κατά των στρατηγών και τις απολογίες τους, να ψηφίσουν τώρα όλοι κατά φυλές· για κάθε φυλή να στηθούν δυο κάλπες, και σε καθεμιά φυλή να διαλαλήσει ο κήρυκας ότι όποιος θεωρεί τους στρατηγούς ενόχους επειδή δεν περιμάζεψαν τους νικητές της ναυμαχίας πρέπει να ρίξει την ψήφο του στην πρώτη κάλπη, κι όποιος δεν τους θεωρεί ενόχους στη δεύτερη· αν κριθούν ένοχοι να τιμωρηθούν με θάνατο και … οι περιουσίες τους να δημευτούν…». (1, 7, 9 – 10).

Από την πλευρά τους, οι ψευδομάρτυρες ανέλαβαν δράση: «Παρουσιάστηκε στη Συνέλευση κάποιος λέγοντας ότι είχε σωθεί πάνω σ’ ένα βαρέλι αλεύρι, κι ότι οι μελλοθάνατοι του ‘χαν αφήσει παραγγελία, αν γλυτώσει, ν’ αναφέρει στο λαό ότι οι στρατηγοί δεν περιμάζεψαν εκείνους που ‘χαν φανεί οι πιο άξιοι της πατρίδας». (1, 7, 11). Από την άλλη «… ο Ευρυπτόλεμος του Πεισιάνακτος και κάποιοι άλλοι μήνυσαν τον Καλλίξενο λέγοντας ότι είχε υποβάλει παράνομη πρόταση». (1, 7, 12).

Μετά τη μήνυση ακολούθησαν έκρυθμες σκηνές: «Μερικοί από το λαό τους επιδοκίμασαν, αλλά οι πιο πολλοί φώναξαν ότι είναι ανήκουστο να μην αφήνουν το λαό να κάνει ό,τι θέλει. Πάνω σ’ αυτό πρότεινε ο Λυκίσκος να δικαστούν και οι μηνυτές στην ίδια ψηφοφορία με τους στρατηγούς αν δεν αποσύρουν τη μήνυση, και μπροστά στις φωνές επιδοκιμασίας του όχλου εκείνοι αναγκάστηκαν να αποσύρουν τις μηνύσεις». (1, 7, 12 – 13).

Η τρομοκρατία είναι το ύστατο καταφύγιο της χειραγώγησης. Όποιος υποβάλλει μήνυση προς υπεράσπιση των στρατηγών θα δικαστεί και ο ίδιος. Ο Θηραμένης αποδεικνύεται μαέστρος στην καθοδήγηση των μαζών. Η επίκληση της λαϊκής κυριαρχίας, που θέλει να αποφασίζει ο λαός, αφού όμως μεταβληθεί σε όχλο, είναι ο ύψιστος λαϊκισμός. Η εμμονή σε άμεση ψηφοφορία για την καταδίκη των στρατηγών είναι ο εκβιασμός που αναζητά νομιμότητα παριστάνοντας τη δημοκρατική επιλογή. Ο λαός αποδεικνύεται ιδιαίτερα ευάλωτος στα παιχνίδια των καιροσκόπων. Κι αυτό είναι το δικό του μερίδιο στην ευθύνη.

Όμως, ακόμη και τα θεσμικά όργανα φαίνονται ανίσχυρα μπροστά στους εγκάθετους του Θηραμένη: «Μερικοί από τους πρυτάνεις αρνήθηκαν να προχωρήσουν σε παράνομη ψηφοφορία· και πάλι ανέβηκε στο βήμα ο Καλλίξενος και τους κατηγόρησε με τον ίδιο τρόπο, κι ο κόσμος φώναξε να μηνυθούν όσοι αρνούνται. Τότε οι πρυτάνεις φοβήθηκαν και δέχτηκαν να γίνει η ψηφοφορία – όλοι εκτός από το Σωκράτη του Σωφρονίσκου, που δήλωσε ότι τίποτε δε θα κάνει αντίθετα με το νόμο». (1, 7, 14 – 15).

Όταν ο Ευρυπτόλεμος ζητά το λόγο προσπαθώντας να επαναφέρει τις ισορροπίες, δεν έχει άλλη επιλογή από το να θέσει την υπόθεση στη σωστή της βάση: «Τους κατηγορώ λοιπόν,» (τους στρατηγούς εννοείται) «γιατί έπεισαν τους συναδέλφους τους να μη στείλουν, καθώς το ‘χαν σκοπό, αναφορά στη Βουλή και σε σας λέγοντας ότι ενώ πρόσταξαν το Θηραμένη και το Θρασύβουλο με σαράντα εφτά πλοία να περιμαζέψουν τους ναυαγούς, αυτοί δεν το ‘καναν. Είναι, άραγε, σωστό να θεωρηθούν τώρα συνυπεύθυνοι οι στρατηγοί μ’ εκείνους που είναι οι κύριοι φταίχτες, και γι’ αμοιβή της επιείκειας που ‘δειξαν τότε να κινδυνεύουν τώρα να χάσουν τη ζωή τους από τις ραδιουργίες εκείνων και μερικών άλλων;» (1, 7, 17 – 18).

Από τη στιγμή που γίνεται σαφές ότι η άμεση εκτέλεση των στρατηγών αφορά τη συγκάλυψη των ευθυνών του Θηραμένη, μπορεί κανείς να κατανοήσει τους λόγους που δεν πρέπει να τους δοθεί ούτε το δικαίωμα της απολογίας – πέρα από τα ελάχιστα που τους επέτρεψαν να πουν στην αρχή και που είχαν μεγάλη επιρροή στον κόσμο – καταπατώντας κάθε νομιμότητα: «Στον Αρίσταρχο – εκείνον που πρώτα κατέλυσε το δημοκρατικό καθεστώς κι έπειτα πρόδωσε την Οινόη στους Θηβαίους εχθρούς» (αυτά έγιναν το 411 π. Χ., στο ολιγαρχικό πραξικόπημα που ανέτρεψε τη δημοκρατία και που είχε πρωταγωνιστήσει ο Θηραμένης, ασχέτως αν αργότερα τάχθηκε με την επάνοδο της δημοκρατίας, όπως περιγράφεται στο όγδοο βιβλίο του Θουκυδίδη) «δώσατε μια μέρα για ν’ απολογηθεί και τα υπόλοιπα δικαιώματα που προβλέπει ο νόμος· θα ‘ταν εξωφρενικό ν’ αρνηθείτε αυτά τα ίδια στους στρατηγούς που εκτέλεσαν όλες τις εντολές σας και νίκησαν τον εχθρό». (1, 7, 28).

Το ζήτημα είναι ότι η δίκη του Αρίσταρχου ήταν εντελώς ακίνδυνη για όλους. Είχε φερθεί απολύτως προδοτικά, δεν υπήρχε περίπτωση να αποφύγει την καταδίκη και οι συνεργάτες του είχαν επίσης δικαστεί ή πεθάνει. Δεν υπήρχαν συμφέροντα που να εξυπηρετούνται από τη σιωπή του. Κατά συνέπεια, δεν υπήρχε λόγος να μην τηρηθούν στο έπακρο οι νόμιμες – δημοκρατικές διαδικασίες. Η αναφορά του Ευρυπτόλεμου στην υπόθεση του Αρίσταρχου δεν έχει να κάνει απλώς με την κατάδειξη της δικαιοσύνης των δύο ταχυτήτων, που στη μια περίπτωση συμπεριφέρεται διαφορετικά απ’ ότι στην άλλη, αλλά και με την αποκάλυψη των αιτίων που οδηγούν σ’ αυτό, δηλαδή στα συμφέροντα που κρύβονται πίσω από τις αποφάσεις της. Η δικαιοσύνη είναι ανεπηρέαστη μόνο εάν δε θίγεται ο Θηραμένης. Γιατί, αν θίγεται, τα πράγματα αλλάζουν.

Ο Ευρυπτόλεμος παριστάνει ότι δεν καταλαβαίνει: «… συμμαχείτε με τους Λακεδαιμονίους εναντίον εκείνων που τους πήραν εβδομήντα καράβια και τους νίκησαν … αν τους θανατώσετε παράνομα, χωρίς δίκη. Τι φοβάστε και βιάζεστε τόσο πολύ; Στο χέρι σας δε θα ‘ναι να θανατώσετε ή να αθωώσετε όποιον θέλετε, δικάζοντας σύμφωνα με το νόμο, το ίδιο όπως κι αν δικάσετε παράνομα όλους μαζί με την ίδια ψηφοφορία, καθώς ο Καλλίξενος έπεισε τη Βουλή να προτείνει στη Συνέλευση;» (1, 7, 25 – 26).

Σε μια προσπάθεια να κάνει πιο ψύχραιμη την κρίση του κόσμου αναφέρει και πάλι τα γεγονότα: «Αφού νίκησαν στη ναυμαχία και γύρισαν στη στεριά, ο Διομέδων πρότεινε να βγει όλος ο στόλος συντεταγμένος και να περισυλλέξει τα ναυάγια και τους ναυαγούς. Ο Ερασινίδης πάλι πρότεινε να ξεκινήσουν όλοι μαζί, το γρηγορότερο, εναντίον του εχθρού που ήταν στη Μυτιλήνη. Ο Θράσυλλος, τέλος, είπε πως μπορούσαν να κάνουν και τα δύο, αν άφηναν μερικά πλοία εκεί και χτυπούσαν τον εχθρό με τα υπόλοιπα· αν τ’ αποφάσιζαν αυτό, θ’ άφηναν τρία καράβια από τη μοίρα του καθενός από τους οχτώ στρατηγούς, τα δέκα των ταξιάρχων, τα δέκα των Σαμίων και τα τρία των ναυάρχων· αυτά θα έκαναν όλα μαζί σαράντα εφτά – τέσσερα για κάθε κατεστραμμένο πλοίο, που ήταν όλα όλα δώδεκα. Ανάμεσα στους τριηράρχους που άφησαν εκεί ήταν κι ο Θρασύβουλος κι ο Θηραμένης, αυτός που στην προηγούμενη συνεδρίαση κατηγορούσε τους στρατηγούς…». (1, 7, 29 – 31).

Για να φτάσει στην ουσία του θέματος: «Ποιο απ’ αυτά δεν έκαναν καλά και σωστά; Δίκαιο είναι, λοιπόν, για όποιους κακούς χειρισμούς έγιναν σχετικά με τον εχθρό, να λογοδοτήσουν αυτοί που είχαν σταλεί εναντίον του· εκείνοι πάλι που είχαν αναλάβει την περισυλλογή των ναυαγών πρέπει να δικαστούν επειδή δεν τους περιμάζεψαν, παρακούοντας τις διαταγές των στρατηγών». (1, 7, 31).

Κι εδώ δε γίνεται λόγος για την πλήρη απαλλαγή των στρατηγών από κάθε ευθύνη. Οι στρατηγοί οφείλουν πάντα να είναι υπεύθυνοι για όσα γίνονται. Και μόνο το γεγονός ότι δεν έμεινε πίσω κανένας, για να επιβλέπει τη διάσωση των ναυαγών, κι άφησαν μόνο το Θρασύβουλο και το Θηραμένη τους αφήνει εκτεθειμένους. (Ο Αλκιβιάδης έχασε την αρχιστρατηγία από λάθος του Αντίοχου, που δεν υπάκουσε στις εντολές του, «από αμέλεια κι έλλειψη επιβολής»).

Όμως, αυτό απέχει πολύ απ’ το να καταδικαστούν σε θάνατο. Η άμεση και χωρίς απολογία θανατική καταδίκη ισοδυναμεί με άρνηση περαιτέρω διερεύνησης του θέματος. Κι αυτό είναι το παιχνίδι του Θηραμένη: «Μετά την αγόρευσή του, ο Ευρυπτόλεμος υπέβαλε γραπτή πρόταση να δικαστούν οι κατηγορούμενοι ο καθένας χωριστά … ενώ η πρόταση της Βουλής ήταν να δικαστούν όλοι με την ίδια ψηφοφορία». (1, 7, 34).

Όταν ψήφισαν δια της ανατάσεως των χεριών, η πρόταση του Ευρυπτόλεμου έγινε δεκτή: «ο Μενεκλής όμως έκανε ένορκη ένσταση, έγινε καινούργια ανάταση των χεριών κι αυτή τη φορά δέχτηκαν την πρόταση της Βουλής». (1, 7, 34). Κι αυτός ήταν ο τελικός θρίαμβος του Θηραμένη. Από τη στιγμή που έγινε δεκτή η πρόταση της Βουλής τα πράγματα είχαν ξεκαθαρίσει: «Κατόπιν ψήφισαν την καταδίκη των οχτώ στρατηγών που είχαν πάρει μέρος στη ναυμαχία, κι οι έξι που ήταν παρόντες θανατώθηκαν». (1, 7, 34).

Η αδιαφάνεια, η παραπλάνηση, ο διχασμός, η εξυπηρέτηση συγκεκριμένων συμφερόντων, η αναζήτηση του εξιλαστήριου θύματος, η ανισότητα, η μετατροπή των διαδικασιών σε πολεμική συνθήκη και η πόλωση που μοιραία επέρχεται δε σηματοδοτούν μόνο τη ματαίωση της δικαιοσύνης, αλλά υπονομεύουν το κύρος του ίδιου του πολιτεύματος. Σε τελική ανάλυση, δημοκρατία χωρίς δικαιοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει, αφού η κατάλυση του νόμου επιφέρει το ασύδοτο, το οποίο ταιριάζει στις τυραννίες και τις ολιγαρχίες. Οι δημοκρατίες που υποθάλπουν το ασύδοτο δεν είναι δημοκρατίες. Ο νόμος είναι η μόνη προοπτική κάθε υγιούς δημοκρατίας. Αρκεί, βέβαια, να είναι ορθός· να αποβλέπει, δηλαδή, στο δημόσιο συμφέρον κι όχι σε μερικών.

Η υπόθεση των στρατηγών συντάραξε τους Αθηναίους. Σε ελάχιστο χρόνο μετάνιωσαν γι’ αυτή την απόφαση. Θέλησαν να τιμωρήσουν τους ενόχους που παραπλάνησαν το λαό: «… ψήφισαν την παραπομπή σε δίκη εκείνων που ‘χαν ξεγελάσει το λαό, υποχρεώνοντάς τους να παρουσιάσουν εγγυητές, ώσπου να δικαστούν· ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν κι ο Καλλίξενος. Παραπέμφθηκαν κι άλλοι τέσσερις, και οι εγγυητές τους φυλάκισαν. Αργότερα όμως, σε κάποιες ταραχές … οι κατηγορούμενοι δραπέτευσαν πριν δικαστούν». (1, 7, 35).

Σε κάθε περίπτωση ο Θηραμένης έμεινε ανέπαφος. Όσο για τον Καλλίξενο: «… ξαναγύρισε στην Αθήνα την ίδια εποχή με τους εξόριστους από τον Πειραιά» (μιλάμε για το 403 π. Χ., αφού έπεσαν οι Τριάντα τύραννοι) «και πέθανε από την πείνα, μέσα στο γενικό μίσος». (1, 7, 35).

Ξενοφώντος «Ελληνικά», βιβλίο πρώτο, μετάφραση Ρόδης Ρούφος, εκδόσεις Ωκεανίδα, Ά τόμος, Αθήνα 2000

Θανάσης Μπαντές


Πηγή