Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Η μάχη όπου οι Σπαρτιάτες κατέλαβαν τα πλοία των Αθηναίων χωρίς ναυμαχία στη μάχη των Αιγός Ποταμών

Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, ο Πελοποννησιακός Πόλεμος που διαρκούσε 27 χρόνια τελείωσε, όταν το 405 π.Χ. οι Σπαρτιάτες νίκησαν το στόλο της Αθήνας στη μάχη των Αιγός Ποταμών, χωρίς καν να δώσουν ναυμαχία. Ολόκληρος ο στόλος των Αθηναίων, 180 τριήρεις, είχε σταλεί στα Δαρδανέλια για να προστατεύσει τη μεταφορά σιτηρών από τη Μαύρη Θάλασσα. Για αδιευκρίνιστους λόγους οι στρατηγοί αποφάσισαν να βγάλουν τα πλοία στην παραλία. Το σημείο βρισκόταν πάνω από τρία χιλιόμετρα μακριά από την πόλη όπου μπορούσαν να πάρουν προμήθειες τα πληρώματα. Στην απέναντι ανατολική όχθη έφτασε συγχρόνως ο στόλος των Σπαρτιατών υπό την ηγεσία του βασιλιά Λύσανδρου και παρακολουθούσαν την εξέλιξη των πραγμάτων.

Η θέση


Η περιοχή Αιγός ποταμοί στον Ελλήσποντο έμεινε στην ιστορία εξαιτίας της καθοριστικής μάχης και ναυμαχίας που δόθηκαν εκεί το Σεπτέμβριο του 405 π.Χ. μεταξύ Σπαρτιατών και Αθηναίων. Η πανωλεθρία των δεύτερων είχε ως αποτέλεσμα περίπου έξι μήνες αργότερα να λήξει ο Πελοποννησιακός Πόλεμος με την παράδοση των Αθηνών.

Πολλοί ιστορικοί έχουν προσπαθήσει να πιστοποιήσουν ποια ακριβώς ήταν η θέση των Αιγός ποταμών ως παραλιακής περιοχής, αλλά και κυριολεκτικά ως ποταμών. Πιστεύουν ότι υπήρχαν πράγματι ποταμοί -τουλάχιστον δύο- που οι ροές τους σχημάτιζαν κοντά στις εκβολές τους το σχήμα κεράτων.

Οι περισσότεροι δέχονται σήμερα[1] ότι ο αθηναϊκός στόλος είχε κινηθεί αρκετά βορειότερα της Σηστού μέσα στον Ελλήσποντο (δηλαδή στα Στενά των Δαρδανελλίων) και ότι είχε ναυλοχήσει απέναντι από την αρχαία Λάμψακο (σημερικό Lapseki στα τουρκικά). Θεωρούν συγκεκριμένα ότι οι Αιγός Ποταμοί βρίσκονταν εκεί[2] που είναι σήμερα οι εκβολές των ποταμών Büyük Dere και Kozlu Dere, λίγο πιο βόρεια από το χωριό Sütlüce που αποτελεί τη δεύτερη πιθανότερη επιλογή.

Ένα επιπλέον επιχείρημα των ιστορικών για αυτή τη θέση είναι ότι βρισκόταν απέναντι από το στόλο των Λακεδαιμονίων στη Λάμψακο και έτσι αν ο αθηναϊκός στόλος κινείτο επιθετικά, δεν θα είχε εναντίον του το ρεύμα του Ελλησπόντου που "κατεβαίνει" τα Στενά.

Το φάρδος των στενών εκεί δεν είναι 2,5 χιλιόμετρα όπως το περιγράφει[3] ο Ξενοφώντας που αναφέρει 15 στάδια, αλλά έτσι κι αλλιώς κανένα άλλο σημείο εκεί κοντά δεν έχει τέτοιο φάρδος σήμερα -η ακτογραμμή έχει αλλάξει πολύ μέσα σε 2.400 χρόνια.

1. Ιστορικό πλαίσιο

Κατά την τελευταία δεκαετία του 5ου αι. π.Χ., οι Αθηναίοι είχαν μεν καταφέρει να ανακάμψουν μετά την πανωλεθρία της Σικελικής εκστρατείας, ωστόσο δεν είχαν πλήρως ανακτήσει τον έλεγχο του Αιγαίου, αφού οι Σπαρτιάτες με επικεφαλής το Λύσανδρο είχαν ισχυροποιηθεί κατά πολύ στη θάλασσα με τα χρήματα του Κύρου και τα πλοία των αποστατών συμμάχων των Αθηναίων. Ανάμεσα στις αποστάτριες πόλεις υπήρχαν και πολλές της Ιωνίας, οι οποίες ήθελαν να απαλλαγούν από την αθηναϊκή επικυριαρχία και τους φόρους που αυτή συνεπαγόταν.

Οι Αθηναίοι συναισθανόμενοι ότι χωρίς συμμάχους ο πόλεμος θα ήταν χαμένος γι’ αυτούς, έκαναν μια τελευταία προσπάθεια να πάρουν πάλι υπό τον έλεγχό τους το Αιγαίο δημιουργώντας ένα στόλο που έφτανε τα 180 πλοία. Την ηγεσία του αθηναϊκού στόλου που βρισκόταν στη Σάμο την παρέδωσαν στον Κόνωνα (406 π.Χ.). Κατά τη διάρκεια του έτους ωστόσο, ο Κόνωνας στερήθηκε των υπηρεσιών ικανότατων στρατηγών, εκείνων που καταδικάστηκαν για τη ναυμαχία στις Αργινούσες. Έτσι στα τέλη του καλοκαιριού του 405 π.Χ. βρέθηκε με συστρατηγούς του τους Μένανδρο, Τυδέα, Κηφισόδοτο, Φιλοκλή και Αδείμαντο, όλοι περιορισμένων ικανοτήτων και αμφιβόλου ηθικής.

2. Περιγραφή


Ο Λύσανδρος είχε τη βάση του στην Έφεσο και παρά τις αθηναϊκές προκλήσεις απέφευγε να εμπλακεί σε ναυμαχία, αφού στόχος του δεν ήταν μία απευθείας αναμέτρηση αλλά να αναγκάσει όσο περισσότερες πόλεις μπορούσε στην ανατολική πλευρά του Αιγαίου να εγκαταλείψουν τους Αθηναίους, αποκόπτοντας τους τελευταίους από εφόδια και χρήματα. Έτσι στην Καρία κατέλαβε τις Κεδρεές και υποδούλωσε τους κατοίκους της, ενώ σε άλλες πόλεις, όπως στη Μίλητο, η εξουσία πέρασε στα χέρια ολιγαρχικών. Τελικά κατευθύνθηκε προς τον Ελλήσποντο σε μια προσπάθεια να εμποδίσει την τροφοδοσία της Αθήνας με σιτάρι από τον Εύξεινο Πόντο και να θέσει υπό τον έλεγχό του τις πόλεις της περιοχής. Φτάνοντας στην Άβυδο παρέλαβε το πεζικό που είχε συγκεντρώσει ο επίσης Λακεδαιμόνιος στρατηγός Θώρακας και κατευθύνθηκε προς τη Λάμψακο προκειμένου να αρχίσει την πολιορκία της.

Ο Κόνωνας, αφού επιτέθηκε στην αποστάτρια Χίο, κατευθύνθηκε προς ενίσχυση της Λαμψάκου, αλλά φτάνοντας στην πόλη Ελαιούντα, στην είσοδο του Ελλησπόντου, πληροφορήθηκε την κατάληψή της. Έτσι, οι Αθηναίοι, αφού ανεφοδιάστηκαν στη Σηστό στρατοπέδευσαν ακριβώς απέναντι από την κατειλημμένη πόλη, στους Αιγός Ποταμούς της θρακικής Χερρονήσου. Το αραξοβόλι του αθηναϊκού στόλου άλλοι ερευνητές το τοποθετούν στην εκβολή του ρεύματος Karakova Dere και άλλοι μεταξύ του σημερινού χωριού Sütlüce (παλιό ελληνικό χωριό Γαλατά) και της εκβολής των Büyük Dere και Kozlu Dere. Η δεύτερη αυτή άποψη φαίνεται πιο ορθή, όχι μόνο γιατί η θέση βρίσκεται ακριβώς απέναντι από τη Λάμψακο και συνεπώς δε θα χρειάζονταν οι Αθηναίοι να παλέψουν με το αντίθετο ρεύμα του Ελλησπόντου, κάτι που θα έπρεπε να πράξουν στην πρώτη περίπτωση, αλλά και γιατί τα ρεύματα Büyük Dere και Kozlu Dere ενώνονται λίγο πριν από την εκβολή τους στη θάλασσα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα σχήμα παρόμοιο με των κεράτων της αιγός (κατσίκα).

Επί τέσσερις μέρες ο Λύσανδρος έδινε εντολή σε κυβερνήτες και ναύτες να παίρνουν τις θέσεις τους στις τριήρεις από τα χαράματα σαν να επρόκειτο να ναυμαχήσουν, και το πεζικό να παραμένει συντεταγμένο δίπλα στη θάλασσα. Οι Αθηναίοι μόλις ανέτελλε ο ήλιος παρατάσσονταν απέναντι από τους Σπαρτιάτες και τους προκαλούσαν, αλλά ο Λύσανδρος δεν έδινε εντολή στο στόλο του να βγει από το λιμάνι και να αρχίσει η ναυμαχία, τακτική που ολοένα αύξανε τον εκνευρισμό των Αθηναίων. Ο Λύσανδρος δεν είχε κανένα λόγο να βιαστεί, αφού και τρόφιμα είχε και ασφάλεια του παρείχαν τα τείχη της πόλης. Αντίθετα οι Αθηναίοι επιδίωκαν να αναμετρηθούν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, αφού αναγκάζονταν να μεταφέρουν κάθε μέρα τρόφιμα από τη Σηστό, που απείχε 15 στάδια. Ούτε πάλι μπορούσαν να αποχωρήσουν αφήνοντας στους Σπαρτιάτες τον έλεγχο του Ελλησπόντου.

Τότε εμφανίστηκε ο Αλκιβιάδης, ο οποίος είχε καταφύγει στα αθηναϊκά οχυρά στη Χερρόνησο της Θράκης και τους συμβούλεψε να αγκυροβολήσουν στη Σηστό. Ωστόσο οι Αθηναίοι στρατηγοί, αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τη γνώμη του, είτε λόγω του προτέρου βίου του είτε λόγω προσωπικών τους κινήτρων. Εξάλλου από τη Σηστό θα ήταν αδύνατο να ελέγχουν τις κινήσεις τους εχθρικού στόλου.

Μόλις ξημέρωσε η πέμπτη ημέρα, οι Αθηναίοι, σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, παρατάχθηκαν για μια ακόμη φορά απέναντι από τα σπαρτιατικά πλοία, τα οποία για μία ακόμη φορά δεν ενεπλάκησαν. Ο Λύσανδρος, ωστόσο, είχε δώσει εντολή στα πλοία που κατασκόπευαν τις κινήσεις των Αθηναίων, μόλις οι τελευταίοι κατεβάσουν πανιά, ξεμπαρκάρουν και διασκορπιστούν στις σκηνές τους για το δείπνο και για να κοιμηθούν, να επιστρέψουν γρήγορα και στη μέση της απόστασης να σηκώσουν ασπίδα, σημάδι για τον υπόλοιπο στόλο. Μόλις ο Λύσανδρος είδε την ασπίδα διέταξε να αποπλεύσει ο στόλος και με όλη την ταχύτητα να πέσει πάνω στους Αθηναίους, οι οποίοι δεν κατάφεραν παρά τις φωνές του Κόνωνα να επανδρώσουν πλήρως τις τριήρεις, με αποτέλεσμα σε άλλες να βρίσκονται δύο σειρές κωπηλάτες και σε άλλες μία. Οι Σπαρτιάτες κατόρθωσαν να καταλάβουν όλα τα πλοία εκτός από μία μοίρα 8 πλοίων με επικεφαλής τον Κόνωνα –ο οποίος κατέφυγε στον Ευαγόρα, ηγεμόνα της Κύπρου, προκειμένου να αποφύγει την τιμωρία των συμπατριωτών του– και την Πάραλο, η οποία μετέφερε τα άσχημα νέα στην Αθήνα.

Ο Λύσανδρος αποβίβασε το Θώρακα με το πεζικό, ο οποίος συνέλαβε τα περισσότερα πληρώματα, τα οποία μετέφερε στη Λάμψακο, ενώ τα υπόλοιπα κατέφυγαν σε οχυρά μέρη της Χερρονήσου. Ο Λύσανδρος ζήτησε από τους συμμάχους να αποφασίσουν για την τύχη των αιχμαλώτων. Εκείνοι αποφάσισαν το θάνατο των Αθηναίων αιχμαλώτων λόγω του ψηφίσματος της Αθήνας που προέβλεπε την κοπή του δεξιού χεριού όσων αποστατών πολεμούσαν με τους Σπαρτιάτες. Ο μόνος που γλίτωσε ήταν ο Αδείμαντος που αντιτάχθηκε στο ψήφισμα. Το δε Φιλοκλή που πέταξε στη θάλασσα τα πληρώματα ενός πλοίου από την Κόρινθο και ενός από την Άνδρο, τον εκτέλεσε ο Λυσίμαχος.

Την ίδια εκδοχή μάς μεταφέρει συνοπτικά ο ιστορικός Πολύαινος (1ος αι. μ.Χ.), όπως και ο Πλούταρχος που γράφει κατά το 2ο αι. μ.Χ., με τη διαφορά ότι ο τελευταίος προσδιορίζει τον αριθμό των Αθηναίων εκτελεσθέντων σε 3.000. Προσθέτει επίσης ότι αστρονομικά φαινόμενα προοιώνισαν την ήττα των Αθηναίων.

Αντίθετα, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, ο οποίος γράφει περί τον 1ο αι. π.Χ., αναφέρει μια διαφορετική εκδοχή της μάχης. Ο Φιλοκλής, συγκεκριμένα, παρακίνησε τους άλλους στρατηγούς να επιτεθούν στον εχθρικό στόλο και όρμησε με 30 πλοία εναντίον του, χωρίς τα υπόλοιπα αθηναϊκά πλοία να είναι έτοιμα για μάχη. Το αποτέλεσμα ήταν ο Λύσανδρος αφού τον έτρεψε σε φυγή να πιάσει απροετοίμαστο και να καταστρέψει ολόκληρο τον αθηναϊκό στόλο, ενώ αποβίβασε στην ξηρά τον Ετεόνικο που κατάστρεψε το εχθρικό στρατόπεδο. Δε γνωρίζουμε την τύχη όσων συνέλαβε ο Λυσίμαχος πλην του Φιλοκλή, τον οποίον εκτέλεσε για τους ίδιους λόγους που αναφέρει ο Ξενοφώντας. Οι περισσότεροι, πάντως, Αθηναίοι κατέφυγαν στη Σηστό, σύμφωνα με το Διόδωρο.

3. Προδοσία ή ανικανότητα;


Η παλαιότερη βιβλιογραφία θεωρούσε ως περισσότερο ορθή την εκδοχή αυτή του Ξενοφώντα. Αντίθετα από το 1950 και εξής όλο και περισσότεροι μελετητές προτιμούν τις εκδοχές του Διοδώρου από αυτές του Ξενοφώντα για τις ναυμαχίες στην Ιωνία (Νότιο, Κύζικος, Μυτιλήνη, Αιγός Ποταμοί). Έτσι υποστηρίζουν ότι ο Φιλοκλής επανέλαβε το 405 π.Χ. το λάθος του Αντιόχου στη ναυμαχία στο Νότιο, το 408 π.Χ., και πως οι υπόλοιποι στρατηγοί δεν κινήθηκαν, με εξαίρεση τον Κόνωνα και ορισμένους τριήραρχους, επειδή είχαν δωροδοκηθεί από το Λυσίμαχο με τη μεσολάβηση του Αλκιβιάδη.

Δυστυχώς οι αναφορές άλλων αρχαίων συγγραφέων πολύ λίγα πράγματα μπορούν να προσθέσουν στο πρόβλημα. Είναι αλήθεια ότι ο Ξενοφώντας υπαινίσσεται κάποια προδοσία, υπόνοια που επαναλαμβάνει και ο Πλούταρχος, όχι όμως και ο Διόδωρος, ο οποίος μας παραδίδει την άλλη εκδοχή. Ο ρήτορας Λυσίας, από την άλλη, ο οποίος συμμετείχε στη μάχη, αναφέρει ότι ο Αλκιβιάδης και ο Αδείμαντος «προσπάθησαν να παραδώσουν τα πλοία στο Λύσανδρο», χωρίς να είναι εξακριβωμένο εάν αναφέρεται στην προσπάθεια του πρώτου να αφήσουν τη θέση τους και να γυρίσουν στη Σηστό ή σε δωροδοκία. Το βέβαιο είναι ότι την εποχή που γράφει ο Παυσανίας (στην τελευταία εικοσιπενταετία του 2ου αι. μ.Χ.) οι Αθηναίοι ισχυρίζονταν ότι ο Τυδέας, ο Αδείμαντος και άλλοι στρατηγοί είχαν δωροδοκηθεί, ωστόσο κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει την περίπτωση να αποτελεί ο ισχυρισμός αυτός μια επινόηση των Αθηναίων που ήθελαν να αποδείξουν ότι έχασαν τον πόλεμο με ανέντιμο τρόπο.

Εάν υπήρχαν στοιχεία για κάτι τέτοιο ο Λυσίας, ο οποίος μετά την πτώση των 30 τυράννων στην Αθήνα καταφέρεται ονομαστικά εναντίον πολλών Αθηναίων που προσέφεραν κακές υπηρεσίες την πατρίδα τους κατά τη διάρκεια του πολέμου, και αναφέρεται συχνά στην ήττα αυτή στους δικανικούς του λόγους, θα διατύπωνε σαφείς κατηγορίες και δεν θα έμενε στο αόριστο «προσπάθησαν» για δύο όλα κι όλα πρόσωπα, εκ των οποίων μόνο ο ένας ήταν στρατηγός τότε. Εξάλλου ο ίδιος σε άλλο σημείο αναφέρει «ότι τα πλοία χάθηκαν, είτε λόγω της κακίας του επικεφαλής είτε λόγω θεϊκού σχεδίου», κάτι που δείχνει ότι ούτε οι ίδιοι οι Αθηναίοι είχαν καταλήξει λίγα χρόνια μετά τη μάχη στα ακριβή αίτια της ήττας. Εξάλλου εάν δεχτούμε ότι η εκδοχή του Ξενοφώντα είναι ακριβής, γιατί ο Λύσανδρος άφησε ζωντανό μόνο τον Αδείμαντο, την στιγμή που και άλλοι στρατηγοί είχαν δωροδοκηθεί σύμφωνα με την εκδοχή του Παυσανία; Εάν δεχτούμε από την άλλη την εκδοχή του Διοδώρου, ότι μόνο το Φιλοκλή εκτέλεσε, γιατί οι υπόλοιποι όταν γύρισαν στην Αθήνα δεν πέρασαν από δίκη μετά την πτώση των 30 τυράννων;

Εκείνο που μπορεί να πει κανείς με ασφάλεια είναι ότι οι Αθηναίοι αδράνησαν και μεγάλο ρόλο σ’ αυτό έπαιξαν το χαμηλό ηθικό των ανδρών τους, η παρελκυστική τακτική του Λυσάνδρου και η ταχύτατη επίθεσή του. Κωπηλατώντας με όλη τους τη δύναμη οι Σπαρτιάτες έφτασαν σε 10 έως 22 λεπτά στην απέναντι ακτή και εμβόλισαν τα αθηναϊκά καράβια. Ο χρόνος ήταν ελάχιστος για να τεθούν σε θέση μάχης τα αθηναϊκά πλοία, των οποίων τα πληρώματα είχαν διασκορπιστεί εδώ κι εκεί. Δε χρειαζόταν λοιπόν κανείς προδότης για να ηττηθούν οι Aθηναίοι, έφτανε η ανικανότητα των στρατηγών τους και η λιγοψυχιά τους. Ο Κόνωνας και ορισμένοι τριήραρχοι, ανάμεσά τους ο Λυσίας και κάποιος Ερυξίμαχος, κατόρθωσαν να συγκεντρώσουν τα πληρώματά τους και δίνοντας σκληρή μάχη να διαφύγουν. Έτσι από τα 180 πλοία σώθηκαν τα 8 πλοία που κατέφυγαν με τον Κόνωνα στην Κύπρο και τα 12 που έφτασαν μαζί με την Πάραλο στον Πειραιά. Όσο για τον ελιγμό του Φιλοκλή, αυτός πιθανόν να είναι επινόηση του Διοδώρου που επαναλαμβάνει την περιγραφή του στη ναυμαχία στο Νότιο, αφού είναι μάλλον παράλογο οι Αθηναίοι να επανέλαβαν το ίδιο λάθος 3 χρόνια μετά.

Ποια όμως ήταν η τύχη των πληρωμάτων των αθηναϊκών πλοίων; Φαίνεται μάλλον απίθανο ένας στρατός που επιδόθηκε στη λεηλασία του στρατοπέδου να κατάφερε να αιχμαλωτίσει μέσα στις λίγες ώρες που απέμειναν μέχρι να σκοτεινιάσει όλους αυτούς που είχαν διασκορπιστεί στη Χερρόνησο για να τους μεταφέρει στη Λάμψακο, όπου, σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, ο Λύσανδρος εκτέλεσε τους Αθηναίους. Σίγουρα έπιασε αρκετούς, αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι εκτέλεσε κάποιους. Αλλά ακόμη κι αν το έπραξε είναι πολύ αμφίβολο ο αριθμός τους να έφτασε τους 3.000 που αναφέρει ο Πλούταρχος και αυξάνει σε 4.000 ο Παυσανίας, προσθέτοντας μάλιστα ότι τους άφησε άταφους, ενέργεια τελείως αδικαιολόγητη για αιχμαλώτους πολέμου, την οποία πολύ δύσκολα θα ανέχονταν οι κάτοικοι της Λαμψάκου μέσα στη ζέστη των πρώτων ημερών του Σεπτεμβρίου. Εξάλλου, το χωρίο του Λυσία, ο οποίος πήρε μέρος στη μάχη, «εάν κάποιος αυτούς που πέθαναν λυπάται ή ντρέπεται γι’ αυτούς που υποδούλωσαν οι εχθροί…» δεν αφήνει περιθώρια για εκτελέσεις. Γενικά, είναι προτιμότερο να αναζητήσουμε πίσω από αυτούς τους αριθμούς τις υπερβολές των Αθηναίων που ήθελαν 6 αιώνες μετά την ήττα τους να καταδείξουν την ποταπότητα των Λακεδαιμονίων, παρά να τους χρησιμοποιήσουμε ως πραγματικά στοιχεία.

Το πιθανότερο είναι ότι οι περισσότεροι κατέφυγαν στη Σηστό, όπως αναφέρει ο Διόδωρος, ή στα αθηναϊκά φρούρια της περιοχής, τους συνέλαβε ο Λύσανδρος, όταν κυρίεψε την περιοχή, και τους έστειλε πίσω στην πολιορκούμενη Αθήνα, ώστε να τελειώσουν πιο γρήγορα τα τρόφιμα στην πόλη. Όσο για τα πλοία του τελευταίου μεγάλου στόλου που κατασκεύασε η Αθήνα, μάλλον καταστράφηκαν τα περισσότερα από το Λύσανδρο, ο οποίος δεν είχε τη δυνατότητα να τα επανδρώσει, αλλά ούτε είχαν πλέον αξία, αφού η έκβαση του Πελοποννησιακού πολέμου είχε ουσιαστικά κριθεί. Από το περίφημο αθηναϊκό ναυτικό δεν είχε πλέον απομείνει παρά μόνο η φήμη του.

Τέλος, ένα πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό (1.500 ασημένια τάλαντα κατά το Διόδωρο) αποκόμισαν οι Σπαρτιάτες και οι σύμμαχοί τους, προερχόμενο από το ταμείο του εχθρικού στόλου και την εκποίηση άλλων λαφύρων. Από την δεκάτη αυτών των χρημάτων προφανώς στήθηκαν τα αναθήματα και των μεν και των δε στους Δελφούς.Ανδριάντες του Λυσάνδρου αφιέρωσαν επίσης μετά τη νίκη οι Εφέσιοι στο ιερό της Αρτέμιδος και οι Σάμιοι στην Ολυμπία.

4. Συνέπειες


Η ήττα αυτή οδήγησε στην άνευ όρων παράδοση της Αθήνας και λίγους μήνες μετά στο τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου που σήμανε το τέλος της αθηναϊκής ηγεμονίας και την αρχή της ηγεμονίας της Σπάρτης.

Οι νικητές θα διακηρύξουν την αυτονομία των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας, η επιβουλή της όμως από τους Πέρσες σατράπες θα αναγκάσει τους Σπαρτιάτες να εγκαταστήσουν φρουρές στις πόλεις και να κηρύξουν τον πόλεμο εναντίον τους.

Πηγή:

  • Τα ρεκόρ της αρχαιότητας» Allan Klynne εκδόσεις Κλειδάριθμος.
  • Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού.
  • J.F. Bommelaer, "Lysandre de Sparte" (Παρίσι, 1981) σελίδα 112
  • Ξενοφών Ελληνικά Βιβλίο Β κεφάλαιο 1ο "οἱ δ' Ἀθηναῖοι ... ἀνήχθησαν εἰς Σηστόν. 21 ἐκεῖθεν δ' εὐθὺς ἐπισιτισάμενοι ἔπλευσαν εἰς Αἰγὸς ποταμοὺς ἀντίον τῆς Λαμψάκου: διεῖχε δ' ὁ Ἑλλήσποντος ταύτῃ σταδίους ὡς πεντεκαίδεκα. ἐνταῦθα δὴ ἐδειπνοποιοῦντο."
  • 11η έκδοση της Britannica