Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2018

Φειδίας, ο σπουδαιότερος γλύπτης της αρχαίας Ελλάδας. Κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση χρυσού και αντιμετώπισε με ευστροφία τους κατηγόρους του

Ο Φειδίας ήταν ο σπουδαιότερος γλύπτης στην αρχαία Ελλάδα. Πολύ λίγα γνωρίζουμε για τη ζωή του, αλλά τα έργα του είναι διάσημα σε όλο τον κόσμο. Προτιμούσε να δουλεύει με χαλκό αντί για μάρμαρο και δημιούργησε μοναδικά αγάλματα προς τιμήν των αρχαίων θεών αλλά και διάφορων καθοριστικών ιστορικών γεγονότων.

Γεννήθηκε στην Αθήνα από εύπορους γονείς στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ.. Προικισμένος με πρώιμο ταλέντο αρχικά ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και νωρίς στράφηκε στη γλυπτική, μαθητεύοντας κοντά στον Αθηναίο γλύπτη Ηγία. Ήταν εξαιρετικός ζωγράφος και αρχιτέκτονας και θεωρείται ο μεγαλύτερος γλύπτης της κλασικής Ελλάδας.



Πρωτοπόρος καλλιτέχνης


Οι αρχαίοι επαινούσαν το ήθος που αντικατοπτριζόταν στα έργα του Φειδία και τα θεωρούσαν αξεπέραστα, ενώ οι κριτικοί της αρχαίας τέχνης εκτιμούν πολύ τις ικανότητές του. Ο Φειδίας υπήρξε πρωτοπόρος καλλιτέχνης με πολυσύνθετο έργο που άνοιξε νέους δρόμους στην ελληνική γλυπτική.

Ήταν ο πρώτος γλύπτης που συνδύασε ελεφαντόδοντο και χρυσό σαν υλικά στη γλυπτική τέχνη. Δυστυχώς κανένα από τα έργα του Φειδία δεν έχει ταυτοποιηθεί στη σύγχρονη εποχή. Όπως συνέβη με τα περισσότερα έργα της κλασικής περιόδου είναι πολύ πιθανόν όλα τα έργα του Φειδία να καταστράφηκαν. Ωστόσο δημιουργήθηκαν ρωμαϊκά αντίγραφα ως φόρος τιμής στα αριστουργήματα του Φειδία, έργα που μπορούμε να τα δούμε μέχρι και σήμερα.

Πρώτα έργα


Τα πρώτα έργα του Φειδία ήταν προς τιμήν της σπουδαίας νίκης των Ελλήνων κατά των Περσών στη μάχη του Μαραθώνα το 490 π. Χ κατά τη διάρκεια των Ελληνο-περσικών πολέμων. Το πρώτο έργο που του ανατέθηκε ήταν στους Δελφούς όπου ο Φειδίας ανήγειρε ένα γλυπτικό σύμπλεγμα από ορείχαλκο, που περιελάμβανε τα αγάλματα του Απόλλωνα και της Αθηνάς, μερικών άλλων ηρώων μαχητών και του στρατηγού Μιλτιάδη.

Τα δύο κορυφαία του έργα


Ωστόσο, δύο από τα τα μεταγενέστερα έργα του Φειδία είναι αυτά που ξεχωρίζουν στην αρχαία Ελλάδα. Μάλλον, το 432 π.Χ ο Φειδίας δημιούργησε το τεράστιο χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, στον ναό του Διός στην Ολυμπία και το άγαλμα της θεάς Αθηνάς στον Παρθενώνα. Τα αγάλματα αυτά ήταν φτιαγμένα από ελεφαντόδοντο και χρυσό και θεωρούνταν κορυφαία στην αρχαία Ελλάδα. Πολλά αντίγραφα των αγαλμάτων του Δία και της Αθηνάς έχουν δημιουργηθεί από την αρχαιότητα έως και σήμερα.

Συγκεκριμένα, ο Φειδίας φιλοτέχνησε το περίφημο χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς Παρθένου για τον Παρθενώνα (446-438 π.Χ.), που είχε κολοσσιαίο μέγεθος και αποτέλεσε καινοτομία στην τεχνική των αγαλμάτων. Όμως το έργο μάλλον καταστράφηκε από την πυρκαγιά που έπληξε το εσωτερικό του ναού τον 3ο αι. μ.Χ. Έχει απομείνει ένα μέρος της θεμελίωσης του βάθρου στο δάπεδο του Παρθενώνα.

Η Αθηνά Παρθένος υπήρξε μία δημιουργία που συνδύαζε τα πολύτιμα υλικά και συμβόλιζε το ιστορικό παρελθόν και τη δύναμη της αθηναϊκής δημοκρατίας του 5ου π.Χ. αιώνα.
Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αναφέρει το ύψος του αγάλματος (11,544 μ.) και ο Παυσανίας δίνει αναλυτική περιγραφή.

Παρόλο που τα έργα του Φειδία είναι θαυμαστά για το ήθος που εκπέμπουν, ο ίδιος κατηγορήθηκε για μια ανήθικη πράξη. Όταν ολοκλήρωσε την κατασκευή του αγάλματος της Αθηνάς στον Παρθενώνα, οι πολιτικοί αντίπαλοι του Περικλή, τον κατηγόρησαν για υπεξαίρεση χρυσού.

Ο Φειδίας και η Ακρόπολη 


Ο Φειδίας ήταν διάσημος και για τα χάλκινα και για τα χρυσελεφάντινα αγάλματά του. Για να κατανοήσει κάποιος σε βάθος τα έργα του, πρέπει να ανατρέξει στις γραπτές πηγές. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ο Φειδίας σπανίως χρησιμοποιούσε μάρμαρο για τα αγάλματα αν και ήταν ένα πολύ δημοφιλές υλικό εκείνη την εποχή. Στα έργα του Πλάτωνα υπάρχει εκτεταμένη αναφορά στα έργα του.

Ο Πλούταρχος μάλιστα αναφέρει ότι ο Φειδίας επέβλεπε τα έργα στην Ακρόπολη. Στους εορτασμούς για τη νίκη στον Μαραθώνα, ο Περικλής ανέθεσε στον Φειδία να φιλοτεχνήσει τα αγάλματα. Ο Περικλής, χρησιμοποιώντας χρήματα της Δηλιακής Συμμαχίας για την ανοικοδόμηση και τη διακόσμηση της Αθήνας, ανέθεσε στο Φειδία τη γενική επιστασία της ανοικοδόμησης των ναών της Ακρόπολης και πρωτίστως του Παρθενώνα. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ο Φειδίας είχε απόλυτη εξουσία και έχαιρε της απολύτου εμπιστοσύνης του Περικλή.

Τα αρχιτεκτονικά γλυπτά του Παρθενώνα, όλα λαξευμένα σε μάρμαρο Πεντέλης και διακοσμημένα με μεταλλικές λεπτομέρειες και χρώματα, αποτελούσαν ανεπανάληπτα αριστουργήματα σύνθεσης και τέχνης.

Η σύλληψη των θεμάτων του εικονογραφικού των μετοπών, της ζωφόρου και των αετωμάτων του Παρθενώνα αποδίδεται στον Φειδία, ο οποίος είχε την καλλιτεχνική εποπτεία των εργασιών σε ολόκληρο το μνημείο. Στη λάξευση των γλυπτών εργάστηκε πλήθος καλλιτεχνών και λιθοξόων με την άμεση συμμετοχή και των αγαπημένων μαθητών και συνεργατών του, Αλκαμένη και Αγοράκριτου και του διάσημου Μύρωνα.

Ωστόσο κάποιες επιγραφές αναφέρουν ότι τα μεγάλα μαρμάρινα κομμάτια που θα χρησιμοποιούνταν ως πρώτη ύλη για αγάλματα στον Παρθενώνα ήρθαν στην Αθήνα μετά τον θάνατο του Φειδία. Πιστεύεται ότι ο περισσότερος γλυπτός διάκοσμος του Παρθενώνα προήλθε από το εργαστήριο του Φειδία αν και ο ίδιος είχε ήδη πεθάνει.

Είναι δηλαδή πολύ πιθανό οι μαθητές του, Αλκαμένης και Αγοράκριτος, να ολοκλήρωσαν τα έργα του Παρθενώνα. Ο Παυσανίας, περιηγητής του 2ου αιώνα μ. Χ, αποδίδει στον Φειδία το μοναδικό χάλκινο άγαλμα, την λεγόμενη Αθηνά της Λήμνου που ήταν αφιερωμένο ως προσφορά από Αθηναίους αποίκους, που είχαν σταλεί στη Λήμνο μεταξύ 451 και 448 π. Χ.


Το εργαστήριό του


Πριν πολλά χρόνια ανακαλύφθηκε το εργαστήριο του Φειδία στην Ολυμπία όπου και είχε φιλοτεχνήσει το άγαλμα του Δία. Οι ανασκαφές αυτές από το 1954 – 1958 έφεραν στο φως διάφορα εργαλεία, πήλινα καλούπια και μία κούπα που έφερε την επιγραφή «ανήκω στα Φειδία». Αυτά τα ευρήματα βοήθησαν τους αρχαιολόγους να προσδιορίσουν χρονικά το άγαλμα και να αναβιώσουν τις τεχνικές που χρησιμοποίησε αυτός για την κατασκευή του.

Είναι κρίμα που σήμερα δεν μπορούμε να θαυμάσουμε τα πρωτότυπα έργα του Φειδία. Μπορούμε ωστόσο να θαυμάσουμε τα αριστουργήματα που δημιούργησε ο ίδιος μέσα από τα πιστά αντίγραφα που αποτελούν μέρος της σπουδαίας πολιτιστικής κληρονομιάς της Ελλάδας.


Πηγή