Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2019

Από την Εφηβεία στη Νεότητα στην Αρχαία Ελλάδα - ΑΘΗΝΑ (Μέρος 'Α)

Το πέρασμα από την εφηβεία στην ενηλικίωση αποτελούσε σε όλους τους παραδοσιακούς πολιτισμούς μια από τις πιο σοβαρές και επίσημες δραστηριότητες και απασχολούσε τους άρχοντες καθώς και όλο το κοινωνικό σύνολο.

Τόσο οι αρχές της κοινωνίας όσο και οι πολίτες της, ασχολούνταν με τους νέους που περνούσαν αυτή τη φάση, μέσα από συγκεκριμένο σύστημα-πρόγραμμα εκπαίδευσης και δοκιμασίας των εφήβων.

Στην Αθήνα της εποχής του Αριστοτέλη οι κατάλληλοι για στρατιωτική υπηρεσία Αθηναίοι αποτελούσαν 42 σειρές ηλικίας από 19 έως 60 ετών και κάθε σειρά είχε τον επώνυμο Ήρωά της.


  • 19 και 20 ετών,  Νεότατοι ή έφηβοι
  • 21 έως 50 ετών,  Κυρίως στράτευμα
  • 51 έως 60 ετών,  Πρεσβύτεροι


Οι Αθηναίοι διατηρούσαν κατάλογο με τους πολίτες που μπορούσαν να στρατολογηθούν. Στις εκστρατείες καλούνταν αρχικά όσοι δεν είχαν συμμετάσχει στο παρελθόν. Η χρησιμότητα των σειρών, πέρα από την πρόσκλησή τους στις εκστρατείες, ήταν και η ανάδειξη των δημόσιων διαιτητών και των αρχόντων της πόλης, μέσα από τις γραμμές τους.

Από την τελευταία σειρά (60 ετών) αναδεικνύονταν οι άρχοντες. Με το τέλος της σειράς η ομάδα έμπαινε σ’ εκείνη των γερόντων. Ταυτόχρονα ο Ήρωάς της ήταν διαθέσιμος να βοηθήσει τη σειρά των εφήβων.

Όσον αφορά την περίοδο της εφηβείας, γνωρίζουμε ότι οι έφηβοι έδιναν όρκο στο ιερό της Αγλαύρου, αρχαίας κουροτρόφου θεότητας. Όταν γίνονταν πολίτες με την είσοδό τους στο σώμα του στρατού των οπλιτών,νέπαιρναν συμβολικά από την πόλη ένα δόρυ και μια στρογγυλή ασπίδα. Όλοι οι Αθηναίοι συμμετείχαν ενεργά σ’ αυτή τη διαδικασία και τη θεωρούσαν γεγονός μέγιστης σημασίας.

Όλοι οι έφηβοι έκαναν θητεία δύο χρόνων υπηρεσίας και φρουράς των συνόρων, στην οποία, όπως γνωρίζουμε από τον όρκο τους, εγγυούνταν να διαφυλάξουν τα σύνορα της πόλης, τα στάχυα, το κριθάρι, τα αμπέλια, τις ελιές και τις συκιές. Η θητεία ήταν ταυτόχρονα και περίοδος απομόνωσης και  μετά  το τέλος της  θεωρούνταν πολίτες και οπλίτες .

Εφηβεία θεωρείτο η περίοδος μύησης στην πολεμική ζωή αλλά και στην κοινωνική. Δεν ήταν δηλαδή κάτι αντίστοιχο με την σημερινή στρατιωτική θητεία, αλλά μια προετοιμασία, για να γίνουν ενεργοί πολίτες, άξιοι μαχητές και υπεύθυνοι αρχηγοί οικογενειών. Απαραίτητες προϋποθέσεις για να θεωρείται κάποιος πολίτης ήταν ο γάμος και η ένταξή του στην φάλαγγα των οπλιτών.

Οι νέοι ηλικίας 18-20 ετών υπηρετούσαν την πόλη ως περίπολοι-φύλακες των συνόρων. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου ήταν σε τέλεια απομόνωση από την οικογένειά τους κι από την κοινωνία.

Θεωρούνταν γνήσιοι πολίτες μόνο μετά το τέλος αυτής της περιόδου και την ένταξή τους στη φάλαγγα. Ως περίπολοι είχαν σαν χώρο δράσης, όπως λέει και το όνομα, τα ακρότατα σημεία της πόλης, ενώ εκστράτευαν  σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις κρατώντας μόνο ελαφρύ οπλισμό.

Ο Πλάτωνας στους Νόμους περιγράφει έναν αντίστοιχο ρόλο με το όνομα Αγρονόμος, δηλ. αυτός που βρίσκεται σε συνοριακές περιοχές.

Αυτή η φύλαξη των συνόρων από μόνη της προκαλεί μια απομόνωση σε όλα τα επίπεδα. Στο φυσικό επίπεδο γιατί βρίσκονταν μακριά από το κέντρο της πόλης, στο ψυχολογικό επειδή δεν είχαν επικοινωνία  με τους συμπολίτες τους και στο νοητικό, λόγω της ευθύνης της φύλαξης των συνόρων της πόλης για την οποία  έπρεπε να σκεφτούν και ν’ αποφασίσουν πώς να δράσουν μόνοι τους.

Αν κι αυτά τα στοιχεία τα αντλούμε από την εποχή κυρίως του Αριστοτέλη  είναι σίγουρο ότι ο θεσμός αυτός, υπήρχε από τα αρχαϊκά χρόνια και διατηρήθηκε αργότερα σε όλα τα διαμερίσματα της Κλασικής Ελλάδας. Τα όσα εμείς γνωρίζουμε από τους νόμους των Αθηνών είναι μια συλλογή και εκλογίκευση των όσων ίσχυαν και παλαιότερα, γεγονός που μας επιτρέπει να αντιληφθούμε  το σκοπό της εφηβείας καλύτερα.

Ο Αριστοτέλης παρουσιάζει την περίοδο αυτή ως στρατιωτική θητεία, όμως είναι σίγουρα κάτι περισσότερο, αφού ολοκληρώνει την εκπαίδευση των εφήβων σε διάφορα θέματα, που ξεκινά ουσιαστικά  στα 16 και τελειώνει στα 20.

Ο Μύθος που μπορούμε να αναφέρουμε παραδειγματικά και που εξηγεί την κατάσταση είναι αυτός του Μέλανθου και του Ξάνθου. Αυτός είναι και ο αιτιολογικός μύθος της εορτής των Απατουρίων που γινόταν το μήνα Πυαμεψίωνα (Οκτώβριο) μετά το τέλος των μαχών, όπου επέστρεφαν οι νέοι άντρες από τις εκστρατείες.

Ο Μύθος εκτυλίσσεται στα σύνορα Αττικής-Βοιωτίας, τόπος βουνίσιος με άσχημες συνθήκες ζωής και μόνους κατοίκους του βοσκούς και κυνηγούς. Επίσης το γεγονός ότι η περιοχή ήταν αμφισβητούμενης κατοχής από τα δύο διαμερίσματα την καθιστούσε τον ιδανικό τόπο για την εκπαίδευση των νέων.

Το όνομα αυτού του τόπου ήταν Μέλαιναι ή Μελανία Χώρα δηλ. Μαύρη Γη. Βασιλιάς των Βοιωτών ήταν ο Ξάνθος δηλ. «Ξανθός» ενώ των Αθηναίων ο Θυμοϊτης. Και οι δύο αποφασίζουν να διευθετήσουν την εδαφική διαφορά με μονομαχία.

Ο Θυμοϊτης όμως φυγομαχεί γιατί κατά μια εκδοχή ήταν γέρος. Στην αθηναϊκή παράταξη τότε εμφανίζεται ένας άλλος υπερασπιστής που υπόσχεται ότι θα γίνει διάδοχος του Βασιλιά. Το όνομά του είναι Μέλανθος δηλ. «Μαύρος». Έτσι έχουμε τη μάχη μεταξύ του Μαύρου και του Ξανθού.

Καθώς η μάχη εξελισσόταν ο Μέλανθος φωνάζει στον Ξάνθο: «Ξάνθε δεν σέβεσαι τους κανόνες του αγώνα. Υπάρχει κάποιος δίπλα σου». Έκπληκτος ο Ξάνθος γυρνάει να δει και ο Μέλανθος βρίσκει την ευκαιρία και τον σκοτώνει. Μετά απ’ αυτή τη νίκη ο Μέλανθος γίνεται Βασιλιάς των Αθηνών.

Υπάρχουν παραδόσεις που θέλουν τον Μέλανθο να προσεύχεται στον Δία Απατήνορα κι άλλες που βάζουν να επεμβαίνει ένας Διόνυσος νυχτερινός, ντυμένος με αιγοπροβιά, δηλ. ο νυκτερινός μελάναιγης.

Βλέπουμε ότι στο μύθο η απάτη έχει κυρίαρχη και καθοριστική σημασία για την τελική νίκη. Ουσιαστικά το πρότυπο συμπεριφοράς που προβάλλεται στους νέους είναι εντελώς διαφορετικό απ’ αυτό που πρέπει να τηρούν αργότερα ως οπλίτες της φάλαγγας.

Άλλο κυρίαρχο στοιχείο στο μύθο είναι η έντονη παρουσία του μαύρου χρώματος. Μέλανθος ο ήρωας, Μέλαιναι ο τόπος και Μελαίναιγης ο Θεός. Το μαύρο είναι το χρώμα του επίσημου ενδύματος, της χλαμύδας των Αθηναίων εφήβων.

Η εξήγηση που δίδεται είναι διπλή: από τη μια αποτελεί την ανάμνηση του μαύρου πανιού στο καράβι του Θησέα κι από την άλλη είναι σύμβολο του μυητικού αποκλεισμού που περνούσαν οι έφηβοι.     






Πηγή