Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2019

Πώς βρέθηκαν οι Κρήτες τοξότες κάτω από τα τείχη της Θήβας πριν αρχίσει η εκστρατεία εναντίον των Περσών υπό την αρχηγία του Αλέξανδρου

Το 335 π.Χ. 500 Κρήτες τοξότες, συμπολεμούν με τους Μακεδόνες, εναντίον των Θηβαίων, που -βοηθούμενοι από τους Αθηναίους- είχαν ξεσηκωθεί εναντίον του βασιλιά της Μακεδονίας, μόλις κυκλοφόρησε η φήμη ότι είχε σκοτωθεί ο Αλέξανδρος. Στη σύγκρουση εκείνη έπεσαν 70 τοξότες και ο αρχηγός τους.

«...Και Ευρυβώτας τε ο Κρης πίπτει ο ταξιάρχης και αυτών των τοξοτών ες εβδομήκοντα…» (Αρριανός).

Μα πώς βρέθηκαν οι Κρήτες τοξότες κάτω από τα τείχη της Θήβας πριν αρχίσει η εκστρατεία εναντίον των Περσών υπό την αρχηγία του Αλέξανδρου, όπως είχε συμφωνηθεί στη συνέλευση της Κορίνθου το 336 π.Χ.;

Τους Κρητικούς δεν τους ενδιέφερε η απόφαση που πήραν όλες οι ελληνικές πόλεις εκτός της Σπάρτης [αφού οι Σπαρτιάτες απάντησαν πως το έθιμό τους είναι να αρχηγεύουν στον πόλεμο και όχι ν’ ακολουθούν άλλους: «...Ίδιον ημών είναι να άγωμεν και ουχί να αγώμεθα…»] να βοηθήσουν (με βαριά καρδιά!) τον Μακεδόνα στρατηλάτη.

Αυτοί είχαν πάρει την απόφαση να σταθούν δίπλα στους Μακεδόνες πολύ ενωρίτερα και η αιτία ήταν ο πατριώτης τους Νέαρχος. Ο πατέρας του ο Ανδρότιμος, που καταγόταν από τη Λατώ της Κρήτης, έφυγε από το νησί και εγκαταστάθηκε στην Αμφίπολη της Μακεδονίας. Λόγω των ικανοτήτων του βρέθηκε στην αυλή του Φιλίππου και εκεί άρχισε η φιλία του Νεάρχου με τον συνομήλικό του Αλέξανδρο. Μια φιλία που έμεινε αταλάντευτη έως το τέλος του μεγάλου στρατηλάτη.

Τον ακολούθησε στην Ιλλυρία, όπου εξορίστηκε από τον πατέρα του, επειδή αντέδρασε στον δεύτερο γάμο του, κάτι που έβαζε στο περιθώριο τη μητέρα του Ολυμπιάδα. Μετά τη συμφιλίωση Φιλίππου – Αλεξάνδρου, επέστρεψαν και οι δύο από την εξορία αλλά και πάλι ο Νέαρχος εξορίστηκε επειδή ο βασιλιάς δεν τον ήθελε κοντά στον διάδοχο.

Μόλις ο Αλέξανδρος ανέβηκε στον θρόνο ο Νέαρχος γύρισε κοντά στον φίλο του. Με ενέργειες δικές του βρέθηκαν λοιπόν στη Μακεδονία οι Κρήτες τοξότες, που έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην εκστρατεία που ετοιμαζόταν εναντίον των Περσών.

Αρχές του 334 π.Χ. πέρασε στην Ασία ο Αλέξανδρος με κύρια δύναμη το Μακεδονικό πεζικό και το Θεσσαλικό ιππικό. Υπήρχε αρχικά και συμμετοχή των ελληνικών πόλεων κατά 20%, χωρίς ποτέ να τις πιέσει, αφού κατά βάθος ήταν εναντίον του και μόλις εύρισκαν ευκαιρία ήταν έτοιμοι για επανάσταση.

Όμως στον περσικό στρατό βρήκε απέναντί του χιλιάδες Έλληνες μισθοφόρους. Στον Γρανικό αναφέρονται 20.000 και στα Γαυγάμηλα 30.000. Απ’ αυτούς πιάστηκαν 2.000 αιχμάλωτοι τους οποίους ο Αλέξανδρος έστειλε στη Μακεδονία να εργάζονται ως δούλοι, επειδή: «…Έλληνες όντες, εναντία τη Ελλάδι, υπέρ των βαρβάρων εμάχοντο…».

Αυτοί που έμειναν σταθερά δίπλα στον στρατηλάτη ήταν οι Κρήτες, που εκτός από τοξότες (άριστοι στην αντιμετώπιση δρεπανηφόρων αρμάτων και ελεφάντων) υπήρχαν και αρκετοί πεζοί. Ο ιστορικός Πολύβιος αναφέρει: «…Δια τα ενέδρας, τας επιδρομάς, την σύλληψιν αιχμαλώτων, τας νυκτερινάς περιπόλους, καθ’ όλας τας περιπτώσεις καθ’ ας απαιτείται πονηρία και δράσις μικρού αριθμού ανδρών, κατά γην, όπως και κατά θάλασσαν, οι Κρήτες είναι ακαταγώνιστοι».

Και για τους τοξότες προσθέτει: «...Η ταχυβολία των Κρητών τοξοτών ήταν εκπληκτική...». Οι Κρητικοί θαύμαζαν τον στρατηλάτη αλλά δεν ήθελαν να εκθέσουν και τον πατριώτη τους, για τον οποίο ο ιστορικός Αρριανός γράφει: «...Νέαρχος ο Ανδροτίμου, Κρης, των Αλεξάνδρω τω μεγάλω συστρατευσαμένων, ο διασημότερος...».

Ο Αλέξανδρος, εκτιμώντας την προσφορά της Κρήτης, ίδρυσε πόλιν την οποίαν ονόμασε Κρητόπολιν, όπου κατοίκησαν απόστρατοι Κρήτες και άλλοι που ήλθαν από το νησί. Κανέναν άλλο ελληνικό λαό δεν ετίμησε με τέτοια πράξη. Για την πόλη αυτή ο ιστορικός Διόδωρος γράφει: «…Η αρχαία Κρητόπολις έκειτο επί της οδού της αγούσης από των ακτών της Παμφυλίας, εις Φρυγίαν και εις απόστασιν 5 ωρών προς νότον της Σαλαγούς και 18 προς βορράν της Ατταλείας…».

Αντιδραστικές λοιπόν οι Ελληνικές πόλεις αλλά παρ’ όλα αυτά ο Αλέξανδρος δεν έπαυε να λέει ότι ο πόλεμος εναντίον των Περσών ήταν πόλεμος των Ελλήνων και όχι των Μακεδόνων.
Αυτό φαίνεται και από την επιγραφή που είχαν οι 300 περσικές πανοπλίες που έστειλε στην Ελλάδα προς τιμήν της θεάς Αθηνάς, μετά τη μάχη του Γρανικού: «Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες -πλην Λακεδαιμονίων- από των βαρβάρων των την Ασίαν κατοικούντων».

Έστειλε επίσης πίσω όσα λάφυρα είχαν αρπάξει οι Πέρσες κατά την εισβολή τους στην Ελλάδα. Η στρατιά προχωρεί στα βάθη της Ασίας και ο Νέαρχος, πάντα δίπλα στον αρχηγό, κερδίζει, με την αξία του, ύψιστα αξιώματα.

Όμως το τέλος της εκστρατείας πλησιάζει, ο Ινδός ποταμός είναι το τέρμα. Ο στρατός δεν αντέχει άλλο και οι προετοιμασίες της επιστροφής αρχίζουν. Στο ποτάμι ναυπηγείται στόλος και όλοι προχωρούν προς τις εκβολές του. Ο Αλέξανδρος πίστευε πως η θάλασσα, όπου χυνόταν το ποτάμι, ήταν η ίδια που σχηματίζει τον Περσικό κόλπο, οπότε θα υπήρχε θαλάσσιος δρόμος που από τις εκβολές του Ινδού θα πήγαινε στις εκβολές του Ευφράτη.

Αυτό θα διευκόλυνε τις εμπορικές σχέσεις ανάμεσα στις δύο περιοχές και θα έφερνε σε επαφή λαούς με διαφορετικούς πολιτισμούς. Αυτό που έμενε να γίνει ήταν το ταξίδι, με τα πολλά του προβλήματα, όπως ανεπαρκείς ναυτιλιακές γνώσεις, ακατάλληλα για μεγάλες θάλασσες πλοία κ.λπ.

Το κυριότερο όμως ήταν ότι οι άνδρες αντιμετώπιζαν με δέος τον άγνωστο ωκεανό. Ποιον θα έβαζε αρχηγό αυτής της προσπάθειας; Ποιος είχε το ανάστημα να κρατήσει την πειθαρχία και να εμψυχώσει τους άνδρες; Ποιος είχε το θάρρος και την ικανότητα να διαλύσει τις προλήψεις των ναυτών; Ποιος είχε τόση αφοσίωση προς τον Αλέξανδρο, να προσπαθήσει να φέρει σε πέρας μια τέτοια αποστολή;

Ο Αλέξανδρος διάλεξε τον πιστό φίλο, τον ατρόμητο Κρητικό, τον Νέαρχο. Ενώ αρχικά, οι αποσπασμένοι στον στόλο στρατιώτες ήταν απρόθυμοι και έντρομοι από την κακοτυχία τους, να ξανοιχτούν στον άγνωστο ωκεανό, μόλις τους μίλησε, ο τόσο κοντά στον στρατηλάτη, ναύαρχος, τον εμπιστεύτηκαν και οι φόβοι διαλύθηκαν. Ο στόλος, 100 πλοίων, με 12.000 πληρώματα και 2.000 διαλεχτούς μαχητές, για ν’ αντιμετωπίζουν τυχόν εξεγέρσεις, φεύγει προς το άγνωστο.

Μεγάλο πρόβλημα ο ανεφοδιασμός σε τρόφιμα και νερό για τόσα άτομα. Για την αντιμετώπισή του, η στρατιά θα προχωρούσε κοντά στην ακτή, όπου θα οργανώνονταν σταθμοί ανεφοδιασμού και το ίδιο θα έκανε και ο στόλος, αν και υπήρχαν αρκετοί κίνδυνοι για τα πλοία να πλησιάζουν κοντά σε άγνωστες παραλίες.

Η στρατιά ξεκίνησε τέλη Αυγούστου 325 π.Χ. και προχώρησε αντιμετωπίζοντας όχι μόνο εχθρικές φυλές αλλά και εχθρικό έδαφος, με φοβερές στερήσεις. Ο στόλος ξεκίνησε τέλη Σεπτεμβρίου αλλά είχε πολλές καθυστερήσεις αντιμετωπίζοντας φοβερούς ανέμους και άγριες τρικυμίες. Αρχές Νοεμβρίου έπιασαν σε σημείο ανεφοδιασμού με απώλειες τρία πλοία και αρκετές φθορές, τις οποίες αποκατέστησαν εκεί.

Το περιπετειώδες ταξίδι συνεχίστηκε και τελικά έφθασαν στο κατώφλι του Περσικού κόλπου (Στενό του Hormuz). Εκεί κοντά βρισκόταν και η στρατιά και η συνάντηση του Αλεξάνδρου και Νεάρχου έγινε 15 - 20 Δεκεμβρίου. Ακολούθησαν χαρές και γλέντια, με τους στρατιώτες να τους στεφανώνουν και να τους ραίνουν με άνθη.

Ο Αλέξανδρος έδωσε τις εντολές για την πορεία του γυρισμού. Ο στόλος θ’ ακολουθούσε την ανατολική πλευρά του Περσικού κόλπου, θα έφθανε στις εκβολές του Ευφράτη και θα ανέβαινε το ποτάμι έως τα Σούσα.

Φλεβάρη του 324 π.Χ. μπήκε η στρατιά στα Σούσα και χωρίς προβλήματα έφθασε ο στόλος. Εκεί έγιναν μεγάλες γιορτές και παντρολογήματα. Με παρότρυνση του Αλεξάνδρου, εκατό τιτλούχοι παντρεύτηκαν Περσίδες αρχοντοπούλες. Ακόμα και ο ίδιος, αν και είχε ήδη παντρευτεί τη Ρωξάνη, ξαναπαντρεύτηκε τη Στάτειρα, κόρη του Δαρείου. Έδωσε επίσης προίκα σε όλες τις Περσίδες, που έπαιρναν Έλληνες. Στα Σούσα παντρευόταν συμβολικά η Δύση με την Ανατολή (όπως είναι φυσικό, οι στρατιώτες δεν θα περίμεναν να παντρευτούν Περσίδες, ύστερα από τη διαταγή του Αλεξάνδρου αλλά θα είχαν ήδη ενώσει τη Δύση με την Ανατολή!).

Βέβαια υπήρξαν και αντιδράσεις αλλά με πληρωμένα όλα τα χρέη των στρατιωτών και με πλούσια δώρα σε όσους είχαν διακριθεί στις μάχες, τα πνεύματα ηρέμησαν. Από τα Σούσα, ο Αλέξανδρος πήγε στη Βαβυλώνα, όπου και πέθανε τον Ιούνιο του 323 π.Χ., σε ηλικία μόλις 33 ετών.

Οι στρατηγοί μοιράστηκαν την απέραντη αυτοκρατορία και σε λίγο άρχισαν οι μεταξύ τους διαμάχες. Λίγο μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου η Ρωξάνη γέννησε έναν γιο, που χαροποίησε τον στρατό και τον ονόμασαν Αλέξανδρο. Πριν γεννήσει, έφερε στη Βαβυλώνα τη Στάτειρα (με ψεύτικες υποσχέσεις) όπου βρήκε τον θάνατο. Σίγουρα φοβήθηκε μήπως είχε μείνει και αυτή έγκυος, οπότε θα υπήρχαν δύο διάδοχοι!

Το 319 π.Χ. πέθανε ο βασιλιάς της Μακεδονίας Αντίπατρος και τη θέση του πήρε ο Κάσσανδρος. Σε μια περίοδο απουσίας του, οι αντίπαλοί του συμμάχησαν με τον βασιλιά της Ηπείρου, έγιναν κύριοι της κατάστασης και η μητέρα του Αλεξάνδρου, Ολυμπιάδα, επέστρεψε από την Ήπειρο, όπου βρισκόταν, έχοντας υπό την προστασία της τη Ρωξάνη και τον διάδοχο.

Οι Μακεδόνες τους υποδέχθηκαν με χαρά αλλά η Ολυμπιάδα -που ήταν σκληρή γυναίκα- άρχισε τις αντεκδικήσεις προκαλώντας την αντιπάθεια του λαού. Ο Κάσσανδρος επιστρέφει νικητής, θανατώνει την Ολυμπιάδα και περιορίζει τη Ρωξάνη και τον διάδοχο (6ετή) στην Αμφίπολη. Και ο εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των επιγόνων συνεχίζεται! Τελικά το 311 π.Χ. τα βρίσκουν μεταξύ τους. Ο Κάσσανδρος ορίζεται στρατηγός της Ευρώπης, μέχρι ενηλικιώσεως του διαδόχου.

Όμως δεν κράτησε τον λόγο του και σκότωσε τη μητέρα και τον 12ετή Αλέξανδρο. Έτσι έκλεισε ο κύκλος της οικογένειας του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ποιο όμως το τέλος του δικού μας Νεάρχου;
Αυτός βρέθηκε στην αυλή του Αντίγονου, ο οποίος εκτιμώντας τα προτερήματά του, τον έκανε κύριο σύμβουλο του γιου του.

«…Παρακατέστησε δε αυτώ (στον γιο του Δημήτριο τον πολιορκητή) και σύμβουλον, Νέαρχόν τε τον Κρήτα, άνδρα πρεσβύτερον και συναστρατευκότα τω Αλεξάνδρω πάσαν την στρατειάν...».
Ο Νέαρχος υπηρέτησε το ίδιο πιστά, όπως και τον Μέγα Αλέξανδρο, τον Αντίγονο και τον γιο του, εκτελώντας με αφοσίωση τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί. Το 312 π.Χ. ο Δημήτριος ηττήθηκε από τον Πτολεμαίο και εκεί πιστεύεται ότι σκοτώθηκε ο μεγάλος Κρητικός.

Γράφει ο ΜΙΝΩΣ ΣΟΦΟΥΛΗΣ


Βιβλιογραφία:

- Κ. Παπαρηγοπούλου «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμος Δεύτερος, μέρος πρώτο.
- JOHANN GUSTAV DROUSEN Ρ.Η.Σ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ, «Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου», Έκδοση Τραπέζης Πίστεως, Αθήνα 1993.
- Μιχαήλ Σκούληκα, φιλολόγου «Οι Κρήτες τοξότες από τα μινωικά χρόνια ως τον 17ο αι. μ.Χ.», Αθήνα 2000.


Πηγή