Τετάρτη 24 Αυγούστου 2016

Πέργαμος η μεγάλη κλοπή

Μετά από 120 χρόνια στις αποθήκες, βλέπουν τα Αρχαία της Περγάμου το φως.....Το μουσείο είναι πολύ γνωστό για τα εκθέματα του που, όπως και πολλά άλλα δυτικά μουσεία, απέκτησε με αδιαφανείς διαδικασίες.
Μερικά από τα αγάλματα αυτά είναι από την Σάμο και στην βόρειο-ανατολική πτέρυγα, θαυμάζουμε την πύλη της ρωμαϊκής αγοράς της Μιλήτου, καθώς επίσης και μερικά εξαιρετικά διατηρημένα αγάλματα της ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου.

Μάλιστα σε ένα από αυτά, το οποίο βρέθηκε στην νότια Αττική, υπάρχουν ακόμα σημεία όπου το χρώμα έχει διατηρηθεί αναλλοίωτο! Βλέπουμε στην πρώτη κιόλας αίθουσα τον επιβλητικός Βωμό της Περγάμου (180-160 π.Χ.), ο οποίος ανακαλύφθηκε από Γερμανούς αρχαιολόγους σε ανασκαφές στη Μικρά Ασία γύρω στα 1880 και μεταφέρθηκε στο Βερολίνο για να ξαναχτιστεί στην αρχική του μορφή.


Εντός του Μουσείου της Περγάμου στέκει η ζωοφόρος με θέμα την Τιτανομαχία και αποτελεί γνήσιο δείγμα της ελληνιστικής γλυπτικής. Μπορεί κανείς να διακρίνει ξεκάθαρα την Αθηνά να τραβά από τα μαλλιά τον Αλκυόνεο, ενώ λίγο πιο πέρα ο Δίας σκοτώνει 3 γίγαντες ταυτόχρονα.





«Η μνήμη, όπου και να την αγγίξεις, πονεί», ιδίως η πιο τρανή, η πολιτιστική. Είτε βρίσκεται στον κυρίως ελλαδικό κορμό είτε αποτέλεσε προέκτασή του, άρα και κτήμα του, κατά τους φωτεινούς, σαγηνευτικούς ελληνιστικούς καιρούς.
Μία μνήμη που εξακολουθεί «να πονεί» ιδιαίτερα είναι κι αυτή του βωμού του Διός Σωτήρος και της Αθηνάς Νικηφόρου της Περγάμου, που εκτίθεται στο Μουσείο της Περγάμου στο Βερολίνο, σχεδόν σε όλο το μεγαλείο του, αποτελώντας, ενδεχομένως, το περισσότερο ακέραια σωζόμενο γλυπτό σύνολο της Ελληνιστικής περιόδου και φέροντας, μάλιστα, μία ζωφόρο που λογίζεται παγκοίνως ως ένα από τα κορυφαία αριστουργήματα της ελληνικής γλυπτικής.
Εικονίζει την περίφημη Γιγαντομαχία, όπου η σύνθεση των κορμιών, η ένταση της μεταξύ τους διαπλοκής, η περίτεχνη απεικόνιση των λεπτομερειών στις συσπάσεις των μυών και στις πτυχώσεις των χιτωνίων, ξεδιπλώνουν αγόγγυστα μπροστά στον επισκέπτη ένα από τα πιο θαυμάσια σύνολα που έχει δει ποτέ ανθρώπου μάτι. Η, δε, μνημειώδης σκάλα, μόλις αντιλαμβάνεται κανείς πως έχει λαξευθεί από τους αρχαίους Έλληνες της Περγάμου, βυθίζεται σα βαρύτατη θύμηση και φωλιάζει εσαεί στα πιο απόκρυφα οικήματα του μνημονικού και παλινδρομικά, είτε την «κατηφορίζεις» είτε την «ανηφορίζεις», οδηγεί στο ίδιο συναίσθημα, τη διέγερση του νου και τη σπορά της φαντασίας.
Ανασύροντας την επίπονη, αλλά λαμπρή αυτή μνήμη, άλλη μία στη, δυστυχώς πλούσια, ιστορία λαφυραγώγησης ελληνικών μνημείων, η Voria.gr συνεχίζει το αφιέρωμά της στις αρχαιότητες που διηρπάχθησαν στο εξωτερικό, αφορμή για το οποίο αποτέλεσε η έλευση των «Μαγεμένων» στη Θεσσαλονίκη, έπειτα από την αξιέπαινη και υποδειγματική πρωτοβουλία της ΔΕΘ – Helexpo και τη σημαντικότατη υποστήριξη της ΕΥΑΘ, του ΟΛΘ, του ΕΒΕΘ και του ΕΕΘ. Πρόκειται για το τέταρτο σκέλος της συγκεκριμένης θεματικής, του οποίου προηγήθηκαν οι αναφορές στη βίαιη αρπαγή των Γλυπτών του Παρθενώνα από τον «άξεστο» λόρδο Έλγιν και το χρονικό για τη διεκδίκηση της επιστροφής τους.

Η Πέργαμος του πνεύματος


Η Πέργαμος (ή Πέργαμον), σημερινή πόλη Bergama, στην οποία εγκαταστάθηκαν οι Αιολείς κατά τον πρώτο ελληνικό αποικισμό, βρίσκεται βορειοδυτικά της Μικράς Ασίας απέναντι από τη Λέσβο. Έχει χτιστεί στις όχθες του ποταμού Κάικου (σημερινού Bakır ή Bergama Çay), σε απόσταση περίπου 28 χλμ. από τις εκβολές του. Το ηφαιστειογενές έδαφος προσδίδει ιαματικό χαρακτήρα σε πολλές από τις πηγές που αναβλύζουν στην κοιλάδα και τα γύρω υψώματα και χαμηλά βουνά, όπως η Πίνδασος (Kozak) στο βορρά, και το όρος Ασπορδηνών (Yünd Dağ) στο νότο. Η ίδια η πόλη του Περγάμου είναι χτισμένη πάνω σε ένα ύψωμα από ανδεσίτη ύψους 335 μ., γεγονός που μαρτυρά και η ονομασία της, εξελληνισμένος τύπος προελληνικής λέξης που σήμαινε το οχυρό ύψωμα (burg). Κατά την Κλασική και Πρώιμη Ελληνιστική περίοδο στην περιοχή ανθούσαν οι πόλεις Αταρνεύς και Πιτάνη, καθώς και η Ελαία, που έγινε αργότερα επίνειο του Περγάμου, στις εκβολές του Κάικου.
Η ιστορία της πόλης αρχίζει στις αρχές του 4ου αιώνα π.X. και μέχρι την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, εξελίχθηκε σε μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Μυσίας, της αρχαίας χώρας της Μικράς Ασίας παρά την Προποντίδα.

Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους γνώρισε μεγάλη ακμή και απέκτησε τη φήμη ενός σπουδαίου ιατρικού κέντρου του αρχαίου κόσμου, κυρίως λόγω της παρουσίας του διάσημου ιατρού της αρχαιότητας, Γαληνού. Σήμερα, μαζί με την Έφεσο της Ιωνίας, η αρχαία Πέργαμος συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα τουριστικά αξιοθέατα της ευρύτερης περιοχής της Σμύρνης.

Αν και προϋπήρχε στον χώρο και στον χρόνο, η Πέργαμος ουσιαστικά μπαίνει σε… τροχιά Ιστορίας λίγο μετά το πέρασμα του σπουδαίου στρατηλάτη. Είναι τα 293 π.Χ. όταν ο βασιλιάς της Περγάμου Λυσίμαχος αναθέτει στον στρατηγό Φιλέταιρο τη φύλαξη του θησαυρού του. Μετά τον θάνατο του Λυσίμαχου, ο Φιλέταιρος οικειοποιείται τον βασιλικό θησαυρό και ιδρύει το ανεξάρτητο κρατίδιο της Περγάμου, που θα κυβερνηθεί τα επόμενα χρόνια από τους απογόνους του. Το βασίλειο της Περγάμου φτάνει στη μέγιστη ακμή του όταν το τιμόνι της εξουσίας αναλαμβάνει ο βασιλιάς Ευμένης Β' (197-159 π. Χ.). Εκείνη την εποχή, τα γεωγραφικά όρια του βασιλείου εκτείνονται από τη θάλασσα του Μαρμαρά ως τα όρη του Ταύρου, ενώ η Πέργαμος εξελίσσεται σ’ ένα λαμπρό πνευματικό και εμπορικό κέντρο – το μεγαλύτερο της ρωμαϊκής επαρχίας της Ασίας με 120.000 κατοίκους.

Η πόλη εξωραΐζεται με δεκάδες δημόσια κτήρια και επιβλητικούς ναούς (τότε ανεγείρεται ο Βωμός του Διός Σωτήρος και της Αθηνάς Νικηφόρου), ιδρύεται η περίφημη βιβλιοθήκη της Περγάμου με 200.000 τόμους (μια από τις μεγαλύτερες του αρχαίου κόσμου) και τελειοποιείται η περγαμηνή, που αντικαθιστά –ως νέα γραφική ύλη– τον πάπυρο. Η παρακμή της πόλης ξεκινά από τα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα. Τους αμέσως επόμενους αιώνες, όταν η Πέργαμος βρίσκεται στην κυριαρχία των Βυζαντινών, η εκκλησία της γίνεται έδρα Επισκοπής, ενώ η πόλη εξελίσσεται σ’ ένα αξιόλογο πνευματικό κέντρο.

Το 1402 η Πέργαμος καταστρέφεται ολοσχερώς από τις ορδές του Ταμερλάνου, αλλά μισό αιώνα αργότερα ανοικοδομείται από τους Τούρκους. Στις αρχές του 20ού αιώνα (1914) ο πληθυσμός της πόλης φτάνει τους 19.000 κατοίκους, εκ των οποίων οι 10.000 είναι Τούρκοι, οι 8.000 Έλληνες, οι 300 Αρμένιοι και οι 700 Εβραίοι. Η Πέργαμος περνά οριστικά στα χέρια των Τούρκων στις 22/8/1922 και όσοι από τους Έλληνες κατοίκους τής καταφέρνουν να σωθούν, καταφεύγουν οριστικά στην Ελλάδα.

Η αρχαία πόλη


Τα κτήρια της πόλης απλώνονται σε τέσσερις επάλληλες ζώνες. Το υψηλότερο σημείο ήταν προορισμένο για τα βασιλικά ανάκτορα, εφοδιασμένα με πέντε δεξαμενές νερού. Το ανακτορικό συγκρότημα είναι τειχισμένο. Λίγο πριν από την είσοδό του διακρίνει κανείς ένα ηρώο, αφιερωμένο στους νεκρούς βασιλείς. Μπαίνοντας στην Ακρόπολη, δεξιά βρίσκονται τα ανάκτορα και αριστερά η πλατεία που οδηγεί στο ιερό της Αθηνάς Νικηφόρου. Το παράδοξο είναι πως στο Πέργαμον οι τρεις πρώτοι βασιλείς έχτισαν δικό τους παλάτι, με αποτέλεσμα το κτηριακό συγκρότημα να είναι αρκετά περίπλοκο. Το παλάτι του Φιλεταίρου, αργότερα, στέγαζε τη φρουρά της Ακρόπολης. Στη βορειοδυτική άκρη του συγκροτήματος διακρίνεται το οπλοστάσιο, όπου βρέθηκαν περίπου 900 λίθινα βλήματα για καταπέλτες.

Η πλατεία του ιερού της Αθηνάς σηματοδοτούσε το πέρασμα στη δεύτερη ζώνη της Ακρόπολης. Ο ναός της Αθηνάς Νικηφόρου υψωνόταν στη δυτική άκρη της πλατείας. Ήταν δωρικού ρυθμού, χτισμένος επάνω σε ανάχωμα και διπλό κρηπίδωμα με διαστάσεις 12,72x21,77. Η πλατεία περιβαλλόταν από διώροφες στοές με δωρικούς κίονες στο ισόγειο και ιωνικούς στον όροφο. Στην ανατολική γωνία της Βόρειας Στοάς βρισκόταν η περίφημη Βιβλιοθήκη του Περγάμου. Οι πηγές λένε ότι περιλάμβανε περίπου 20.000 ειλητά χειρόγραφα. Αποτελούνταν από ένα αναγνωστήριο διαστάσεων 15,35x13,53 μ. και τρία περιφερειακά δωμάτια, όπου, ενδεχομένως, φυλάσσονταν τα βιβλία. Στην μπροστινή όψη του αναγνωστηρίου έστεκε ένα άγαλμα της θεάς Αθηνάς ύψους 3,50 μ. Θεωρείται πως ο Μάρκος Αντώνιος χάρισε όλους τους τόμους της Βιβλιοθήκης του Περγάμου στην Κλεοπάτρα, για να αντικαταστήσει το υλικό που είχε καταστραφεί κατά την πυρκαγιά της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας το 47 π.Χ.

Το 2ο αιώνα μ.Χ. στα βόρεια της πλατείας της Αθηνάς Νικηφόρου χτίστηκε το Τραϊανείο. Επρόκειτο για μια μεγαλοπρεπή κατασκευή κορινθιακού ρυθμού, η οποία έχει μερικώς αναστηλωθεί και δεσπόζει και σήμερα στο χώρο.
Η τρίτη ζώνη της Ακρόπολης περιλάμβανε το θέατρο, που βρίσκεται ακριβώς κάτω από το ναό της Αθηνάς και έχει τη μεγαλύτερη κλίση από όλα τα ελληνιστικά θέατρα. Χτίστηκε στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. με χωρητικότητα 10.000 θεατών. Αποτελείται από 80 κερκίδες σε 3 διαζώματα, ενώ κοντά στην ορχήστρα υπήρχε βασιλικό θεωρείο από μάρμαρο. Μπροστά από το θέατρο ανοιγόταν μια μακρόστενη πλατεία με δωρικές στοές στο δυτικό και ανατολικό της τμήμα. Στο δυτικό άκρο της πλατείας ήταν χτισμένος ο ναός του Διονύσου, τετράστυλος πρόστυλος ιωνικού ρυθμού.

Το σημαντικότερο μνημείο όμως της ζώνης αυτής ήταν ο βωμός του Δία, που αφιέρωσε ο Ευμένης Β΄ για να μνημονεύσει τις νίκες του εναντίον των Γαλατών. Καθώς το μνημείο βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο Περγάμου στο Βερολίνο, το μόνο που μπορεί να δει ο επισκέπτης είναι ένα τμήμα του βάθρου με πέντε σκαλοπάτια.

Νότια του βωμού του Δία βρισκόταν η Άνω Αγορά της πόλης, περιβεβλημένη από δωρικού ρυθμού στοές, που καταλάμβανε μεγάλο τμήμα της τέταρτης ζώνης της Ακρόπολης. Ο κύριος οδικός άξονας της πόλης περνούσε μέσα από την αγορά, ενώ στο δυτικό της άκρο βρισκόταν ο βωμός της αγοράς και ο ναός του Ερμή. Κοντά στην αγορά ήταν χτισμένο το ιερό της Δήμητρας, το οποίο είχε αφιερώσει ο Φιλέταιρος. Σήμερα σε παρακείμενο χώρο στεγάζεται το μουσείο, όπου φυλάσσονται αρκετά από τα ευρήματα. Μεταξύ της Αγοράς και του ιερού της Δήμητρας βρισκόταν και το Μικρό Γυμνάσιο της πόλης.

Ο δρόμος που ξεκινούσε από την Άνω Αγορά οδηγούσε στη Μέση Πόλη, όπου έχουν ανασκαφεί σπίτια και εργαστήρια της Ελληνιστικής εποχής. Μεταξύ των μνημείων αυτών ξεχωρίζει το ηρώο που οι Περγαμηνοί αφιέρωσαν τον 1ο αι. π.Χ. στον επιφανή πολίτη τους Διόδωρο Πάσπαρο. Συνεχίζοντας νοτιοδυτικά από το ιερό της Δήμητρας φτάνει κανείς στο Γυμνάσιο, ένα εντυπωσιακό κτήριο χτισμένο από τον Ευμένη Β΄ σε τρία επίπεδα (Άνω Γυμνάσιο, Μεσαίο και Κάτω Γυμνάσιο) που συνδέονταν μεταξύ τους με καμαροσκέπαστα κλιμακοστάσια και διαδρόμους. Το πρώτο προοριζόταν για τους παίδες, το δεύτερο για τους εφήβους και το τρίτο για τους νέους. Μέσα στο Γυμνάσιο υπήρχε η σκεπαστή αίθουσα του Ξυστού, αρκετά μικρά ιερά και ένα μικρό ωδείο. Εκατέρωθεν του Γυμνασίου υπήρχαν συγκροτήματα λουτρών, ενώ στη βόρεια πλευρά του ο Άτταλος Β΄ είχε χτίσει ένα ναό αφιερωμένο στην Ήρα Βασιλεία, δωρικό πρόστυλο τετράστυλο. Στη βορειοδυτική γωνία ανοιγόταν το βουλευτήριο, χωρητικότητας 1.000 ατόμων.

Νοτιότερα από το Γυμνάσιο βρισκόταν η περιοχή όπου κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο χτίστηκαν αρκετές επαύλεις και πολυτελείς οικίες, διακοσμημένες με ψηφιδωτά. Η γνωστότερη είναι η Οικία του Αττάλου. Δεν πρόκειται, φυσικά, για κάποιον από τους ελληνιστικούς βασιλείς, αλλά για το Ρωμαίο ύπατο Άτταλο Πατρικλιανό, που ανακαίνισε παλαιότερη έπαυλη του 200 π.Χ. Το Πέργαμον διέθετε και δεύτερη αγορά (Κάτω Αγορά), στο χαμηλότερο επίπεδο της πόλης. Το δάπεδό της ήταν πλακόστρωτο, ενώ περιστοιχιζόταν από δωρικές στοές όπου ανοίγονταν μεγάλα μαγαζιά.
Τα σημαντικότερα ρωμαϊκά μνημεία, εκτός του Τραϊανείου, βρίσκονται σήμερα εκτός Ακρόπολης, σε πεδιάδα στα νοτιοδυτικά της, ανάμεσα στα σπίτια της σύγχρονης πόλης. Πρόκειται για τη λεγόμενη Κόκκινη Αυλή ή Κόκκινη Βασιλική, αλλά και για το θέατρο, το αμφιθέατρο και το στάδιο, και τα τρία χρονολογούμενα στο 2ο αι. μ.Χ. Στο θέατρο διενεργούνται ακόμη ανασκαφές, μπορούμε όμως να πούμε με βεβαιότητα ότι ήταν ρωμαϊκού τύπου με χωρητικότητα περίπου 24.000 θεατών. Από το αμφιθέατρο είναι ορατοί μόνο κάποιοι αναλημματικοί τοίχοι, ενώ από το στάδιο δεν διακρίνεται σχεδόν τίποτε.

Αρκετά από τα ευρήματα των ανασκαφών της Περγάμου, καθώς και άλλων γειτονικών πόλεων (όσα, δηλαδή, δεν έχουν μεταφερθεί στο Βερολίνο), στεγάζονται σήμερα στο αρχαιολογικό μουσείο που χτίστηκε το 1936 στον κεντρικό δρόμο της πόλης. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τμήματα της ζωφόρου του ναού της Δήμητρας, το ακρωτήριο του προπύλου του Ασκληπιείου, καθώς και πλήθος ρωμαϊκών αγαλμάτων.


Η ανακάλυψη του Βωμού


Το 1871 μια ομάδα τεσσάρων Γερμανών αρχαιολόγων με επικεφαλής τον Ερνστ Κούρτιους αφίχθη στην οθωμανική κωμόπολη Bergama στο πλαίσιο μιας αρχαιοδιφικής εκδρομής. Εκεί συνάντησαν τον συμπατριώτη τους, Καρλ Χούμαν, ο οποίος εργαζόταν για την κατασκευή ενός δρόμου. Ο Χούμαν, αρχαιολάτρης ο ίδιος, έδειξε στους αρχαιολόγους θραύσματα από μια ανάγλυφη ζωφόρο που είχε βρει στον παρακείμενο λόφο.
 Μια μνεία στο Liber Memorialis του Λούσιους Κούρτιους (2ος αιώνας) βοήθησε στην ταύτιση του μνημείου με το μεγάλο βωμό του Δία του Περγάμου. Οι ανασκαφές άρχισαν επτά χρόνια αργότερα και συνεχίστηκαν για δεκαετίες, φέρνοντας στο φως το ένα μετά το άλλο τα σημαντικά μνημεία της πόλης που αποτέλεσε το κέντρο του ατταλιδικού βασιλείου.


Το ξήλωμα


Ο Καρλ Χούμαν, νεαρός φοιτητής της Αρχιτεκτονικής της Ακαδημίας του Βερολίνου και έμπεριος μηχανικός, μεταβαίνει για πρώτη φορά στην Πέργαμο το φθινόπωρο του 1864. Γνωρίζεται με τον Έλληνα γιατρό Ράλλη και αρχίζει συχνές επισκέψεις μαζί του και μόνος πάνω στο λόφο της Ακρόπολης με την ελπίδα να σώσει ότι μπορεί από την καταστροφή των αρχαίων μαρμάρων που λίγα – λίγα γίνονται ασβέστης μέσα σ' ένα γειτονικό καμίνι. Κατορθώνει να εγκατασταθεί ως μηχανικός – τοπογράφος στην Πέργαμο το 1868 και εκεί απασχολεί 2.000 εργάτες, 1.000 βόδια, 500 καμήλες, άλογα και υποζύγια για την κατασκευή των δρόμων.
Από τότε με τη βοήθεια του Ράλλη αρχίζει να μαζεύει ότι μάρμαρα μπορεί να σώσει από το καμίνι, τα ταξινομεί στο σπίτι του Ράλλη από το 1869 και εκεί, τελικά, κατορθώνει να φέρει στην περιοχή το 1871 τη γερμανική αρχαιολογική αποστολή που απαρτιζόταν από τους Ερνστ Κούρτιους, Φ Άντλερ και Ε. Γκέλτσερ.

Ακολούθησαν δύο ακόμη επιτυχείς ανασκαφικές έρευνες το 1880-81 και το διάστημα 1883-86. Τα ευρήματα, τα οποία έπειτα από «συμφωνία» με τις οθωμανικές αρχές, που πολλάκις κι αναντίρρητα έστεργαν όταν μιλούσε το χρήμα, περιήλθαν στην ιδιοκτησία των Γερμανών αρχαιολόγων, μεταφέρθηκαν με άμαξες στην ακτή και έπειτα φορτώθηκαν σε πλοία του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού.

Για τη μεταφορά του στο Βερολίνο χρειάστηκε να αποδομηθεί σχεδόν εντελώς το κτίσμα, το οποίο στη συνέχεια ανακατασκευάστηκε από Ιταλούς συντηρητές που εργάσθηκαν για το σκοπό αυτό έως το 1902. Σημειώνεται, εξάλλου, ότι το πρώτο Μουσείο Περγάμου που κατασκευάσθηκε στο Βερολίνο ειδικά για το Βωμό το 1901 είχε κριθεί ακατάλληλο, έτσι σύντομα κατεδαφίσθηκε και στη θέση του κτίσθηκε το υπάρχον, που λειτουργεί από το 1930. Τα εγκαίνια της πρώτης έκθεσης των αναγλύφων πραγματοποιήθηκαν τον Δεκέμβριο του 1901.

Εντούτοις, τα Γλυπτά της Περγάμου δεν παρέμειναν για πολλά χρόνια στο Βερολίνο, καθώς, αφού γλύτωσαν από τους βομβαρδισμούς των Συμμάχων το 1945, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο κατασχέθηκαν από τους Ρώσους και μεταφέρθηκαν στη Σοβιετική Ενωση. Το 1959 οι Ρώσοι τα επέστρεψαν στην τότε Ανατολική Γερμανία, αλλά έως την επανένωση της χώρας παρέμεναν κρυμμένα στην ποταπότητα της αφάνειας, πίσω από το «σιδηρούν παραπέτασμα».

Ο Χούμαν, ο «αρχαιολόγος της τσάπας» όπως συνήθιζε να αυτοκαλείται, απεβίωσε τη 12η Απριλίου του 1896 στη Σμύρνη, όπου και ετάφη, με την υγεία του να κλονίζεται συνεχώς από τη φυματίωση. Έτσι, δεν είδε ποτέ την έκθεση των γλυπτών που διαμέλισε από την «πατρίδα» τους. Παρέμεινε, όμως, «κοντά» σε αυτή, αφού τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στην Πέργαμο το 1967 και επανετάφησαν νοτίως του σημείου όπου ανεγέρθη ο βωμός, προφανώς για να τον ταλαιπωρεί ακόμη και στο Επέκεινα.

Πώς έμοιαζε και πού ήταν ο βωμός


«Βωμός του Διός Σωτήρος και της Αθηνάς Νικηφόρου», όπως ονομάζεται στις επιγραφές, έργο πολλών καλλιτεχνών, ο βωμός της Περγάμου, κτίστηκε από το βασιλιά της Περγάμου Ευμένη τον Β’ (197-159 π.Χ.) για να θυμίζει τις νίκες των Περγαμηνών εναντίον των Γαλατών, οι οποίοι, στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ., πέρασαν από την Ευρώπη στην Ασία και με λεηλασίες προκάλεσαν τεράστιες καταστροφές στις ελληνικές πόλεις, από τον Ελλήσποντο έως την Έφεσο και τη Μίλητο. Οι νίκες αυτές χάρισαν στο βασίλειο της Περγάμου την απόλυτη κυριαρχία του στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν είναι γνωστό σε ποιον οφείλεται το σχέδιο της γλυπτικής σύνθεσης, που φιλοτεχνήθηκε από το 180 έως 150 π.Χ., ούτε ποιος καθόρισε τις κύριες γραμμές της σύνθεσης, για την οποία εργάστηκαν 15 γλύπτες.

Ο βωμός βρισκόταν στη νότια πλευρά της Ακρόπολης της Περγάμου. Αποτελούνταν από κρηπίδα (36 x 34 μ.) με πέντε σκαλοπάτια, βάθρο και διπλή στοά ιωνικού ρυθμού (ύψ. 12 μ.), που περιέκλειε τον κεντρικό βωμό, στον οποίον έφτανε κανείς από μεγαλοπρεπή σκάλα (ύψ. 20 μ.) η οποία και είχε αναστηλωθεί στο μουσείο της Περγάμου, στο Βερολίνο.
\
Διαμορφωνόταν, έτσι, ο βωμός σε σχήμα «Π», όπως συμβαίνει στους ελληνικούς βωμούς. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει ο βωμός, εκτός βέβαια από τις μνημειακές του διαστάσεις, έγκειται στις ανάγλυφες παραστάσεις της ζωφόρου η οποία κοσμούσε το πόδιο του βωμού. Απεικονίζεται μία πολυπρόσωπη -περίπου στις 100 μορφές χωρίς να υπολογίζονται τα ζώα- και γεμάτη ένταση μάχη μεταξύ των θεών και των γιγάντων. Έδωσε ορισμένα αξιόλογα έργα γλυπτικής και φαίνεται ότι ήταν το κέντρο μιας σημαντικής σχολής.

Πάνω στο μεγάλο Βωμό του Δία, ο βασιλιάς Ευμενής ο Β’ είχε προσθέσει μια κολοσσιαία κυκλική ζωφόρο που απεικόνιζε τη Μάχη των Θεών και των Γιγάντων, την πολυθρύλητη Γιγαντομαχία, με νικητές τους πρώτους.

Η δράση «περικυκλώνει» κυριολεκτικά το μνημείο με δραματική ζωντάνια, καθώς οι μορφές φαίνονται σαν να σκαρφαλώνουν ή να σέρνονται πάνω στα σκαλοπάτια που οδηγούν στο θυσιαστήριο. Ο τρόπος με τον οποίο αποδίδονται οι πτυχώσεις των ενδυμάτων βοηθάει στη δημιουργία δραματικού κλίματος. Αυτό όμως που κυριαρχεί, είναι το νευρώδες λάξευμα των μυώνων και των σωμάτων γενικότερα, που διακρίνονται για την έντασή τους και τις συσπάσεις τους. Εντούτοις, ο καλλιτέχνης δεν αρκείται σ’ αυτά τα στοιχεία για να μεταδώσει τη φρίκη της πάλης. Τα πρόσωπα χαρακτηρίζονται επίσης από μια έκφραση υπέρτατης έντασης και αγωνίας.

Το έργο αυτό του 2ου αιώνα π.Χ. είναι αντιπροσωπευτικό της τεχνοτροπίας της Περγάμου στη φάση της μεγαλύτερης ακμής της και αποτελεί το κατεξοχήν μέτρο για τις διαφορές ανάμεσα στους γλύπτες της Ελληνιστικής περιόδου και τους προσδεδεμένους στους Κλασικούς κανόνες προκατόχους τους του 4ου αιώνα. Η αναζήτηση και η διάταξη στη ζωφόρο του πλήθους των θεών που απαιτούσε η μνημειακότητα του συγκεκριμένου έργου θα πρέπει να απασχόλησε όχι μόνο τους γλύπτες και τους καλλιτέχνες της εποχής, αλλά και τους φιλοσόφους και τους διανοούμενους της αυλής των Ατταλιδών. Οι σημαντικότερες θέσεις τους για την υπεροχή του καλού και των θεϊκών στοιχείων έναντι του κακού και των χθόνιων δυνάμεων αντίστοιχα αρχίζουν κάπως να διαφαίνονται κάτω από τη θεατρικότητα των μορφών, τις έντονες κινήσεις των σωμάτων και τη συναισθηματική έκφραση των προσώπων.

Η Γιγαντομαχία


Στη μεγάλη ζωφόρο –ήταν η πρώτη που ολοκληρώθηκε– εικονίζεται η Γιγαντομαχία, ένα θέμα ιδιαίτερα αγαπητό στην ελληνική τέχνη, καθώς η νίκη των θεών έναντι των Γιγάντων συμβόλιζε τη νίκη της τάξης απέναντι στο σκοτάδι και το χάος. Ως εκ τούτου, η Γιγαντομαχία, τρόπον τινά, παρέπεμπε στους αγώνες των αρχαίων Ελλήνων απέναντι στους Βάρβαρους.
Το ύψος της ζωφόρου φτάνει τα 2,30 μέτρα και εκτείνεται σε μήκος που πλησιάζει τα 120 μέτρα. Το μάρμαρο των περίπου 120 πλακών της ζωφόρου –το πλάτος των οποίων ποικίλλει από 0,70 έως 1,10 μέτρα– είναι λεπτόκοκκο και μικρασιατικής προέλευσης.

Το κάτω τμήμα των μορφών της ζωφόρου πρέπει να είχε ολοκληρωθεί πριν από την τοποθέτηση των πλακών στο μνημείο, καθώς στην αντίθετη περίπτωση θα ήταν αδύνατη η σμίλευσή τους χωρίς να προκληθεί ζημιά στο πάνω μέρος της βάσης όπου ήταν τοποθετημένη η ζωφόρος.

Οι μορφές που σώζονται, έστω και αποσπασματικά, είναι 84, αλλά ο αρχικός αριθμός τους πρέπει να έφτανε τις 100. Σε αυτές πρέπει να προσθέσουμε τις μορφές ζώων (σκύλοι, λιοντάρια, άλογα, φίδια, αετοί). Πολλές από τις μορφές ταυτίζονται με τη βοήθεια επιγραφών. Τα ονόματα των θεών ήταν χαραγμένα στο αιγυπτιάζον κυμάτιο που ήταν τοποθετημένο πάνω από τους γεισίποδες του θριγκού, το οποίο επέστρεφε την παράσταση και τα ονόματα των Γιγάντων, γιων της Γης και του Ουρανού, στο κυμάτιο της βάσης, όπου αναπτυσσόταν η ζωφόρος. Στην πλίνθο της ζωφόρου, κάτω από τα ονόματα των Γιγάντων, από τα οποία σώζονται τα 17, διατηρούνται τα ονόματα 14 γλυπτών που εργάστηκαν για τη δημιουργία της.
\
Για 14 από τις μορφές γνωρίζουμε το όνομα και τη θέση τους στην παράσταση, για 4 γνωρίζουμε τη θέση, αλλά το όνομά τους διατηρείται αποσπασματικά, και σε 4 το όνομα σώζεται, αλλά δε γνωρίζουμε την ακριβή τους θέση. Τέλος, τα ονόματα του Εύρου, της Ερύθειας και της Εσπερέθουσας διατηρούνται αποσπασματικά, αλλά δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη θέση των μορφών. Από τις υπόλοιπες 59 μορφές θεών και Γιγάντων, για τις οποίες δεν υπάρχουν επιγραφές, πιθανή είναι η ταύτιση για τις 39 από αυτές.

Το πρόβλημα της ανασύστασης του εικονογραφικού προγράμματος έχει απασχολήσει την έρευνα από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ιδιαίτερα διαδεδομένη είναι η παλιότερη πρόταση των Puchstein και Robert, που διατυπώθηκε σε δύο διαφορετικά άρθρα την ίδια χρονιά (1888). Σύμφωνα με τους δύο μελετητές, στην ανατολική πλευρά εικονίζονται οι Ολύμπιοι θεοί (Δίας, Ήρα, Αθηνά, Άρης), σε βοήθεια των οποίων σπεύδουν ο Ηρακλής και η Νίκη. Το νότιο τμήμα της πλευράς αυτής καταλαμβάνουν η Λητώ και τα παιδιά της, η Άρτεμη και ο Απόλλωνας Στη βόρεια πλευρά υπάρχουν οι προσωποποιήσεις αστερισμών του νυχτερινού ουρανού, που συνοδεύονται από την Αφροδίτη, τη μητέρα της Διώνη, τις Μοίρες και τις Χάριτες, και στη νότια ο Ήλιος και άλλα ουράνια σώματα της ημέρας. Οι μορφές της βορειοδυτικής πτέρυγας ερμηνεύονται ως θαλάσσιες θεότητες (Τρίτων, Αμφιτρίτη) και αυτές της νοτιοδυτικής πτέρυγας ως μέλη του διονυσιακού θιάσου, που συνοδεύουν το Διόνυσο και πιθανότατα τη μητέρα του Σεμέλη.

Η πιο σημαντική αμφισβήτηση της θεωρίας των Puchstein και Robert έγινε από τη Simon, η οποία προχώρησε στην ερμηνεία των επεισοδίων της ζωφόρου σε άμεση σύνδεση με τη Θεογονία του Ησιόδου. Έπειτα από μια σύνθετη διαπραγμάτευση των ταυτισμένων μορφών, των σωζόμενων συμβόλων των αταύτιστων μορφών και του αρχαίου κειμένου, υποστήριξε ότι εναντίον των Γιγάντων στην ανατολική και στη νότια πλευρά μάχονται οι απόγονοι της Γης και του Ουρανού, στη βόρεια οι απόγονοι της Νύκτας και στη βορειοδυτική πτέρυγα οι απόγονοι του Πόντου.


Τυπολογικά χαρακτηριστικά


Οι έξεργες μορφές της Γιγαντομαχίας, που καταλαμβάνουν όλο το ύψος της ζωφόρου, χαρακτηρίζονται από πάθος και δραματικότητα. Οι θεοί και οι Γίγαντες διακρίνονται για τις έντονες, αντιθετικές και συχνά βίαιες κινήσεις τους και για το άνοιγμα των μορφών τους προς τα έξω. Στις συνθέσεις των συγκρουόμενων σωμάτων παρατηρούνται πολλαπλά διασταυρούμενοι και αλληλοτεμνόμενοι άξονες που δεν εντάσσονται σε κανόνες. Οι έντονα κινημένες μορφές έρχονται σε αντίθεση με ανάλογες παραστάσεις του παρελθόντος.

Η υπερβολή των κινήσεων βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με τα συναισθήματα του πάθους, της αγωνίας και του πόνου που διακρίνονται στα πρόσωπα των Γιγάντων. Σε αντίθεση με αυτά των αντιπάλων τους, τα πρόσωπα των θεών με το ωοειδές σχήμα τους, το μικρό μέτωπο και τα εξογκωμένα μήλα των παρειών διαπνέονται σκόπιμα από ηρεμία και αυτοπεποίθηση, εκφράσεις μιας συγκεκριμένης πνευματικής στάσης των θεών που δεν εμπλέκονται σε πρωτόγονα πάθη. Η σύγκριση των προσώπων των αντιμαχόμενων πλευρών δείχνει τη διαφορετική κατάσταση στην οποία βρίσκονται ο πνευματικός και ο συναισθηματικός κόσμος των θεών και των Γιγάντων, το διαφορετικό τους «ήθος».

Στην απόδοση της ανατομίας των σωμάτων δίνεται βαρύνουσα σημασία στην ανάλυση των πλούσιων, σφικτών και τεντωμένων όγκων με αποτελέσματα την έντονη πλαστικότητα και το παιχνίδισμα του φωτός με τη σκιά. Το τελευταίο χαρακτηριστικό παρατηρείται και στα ενδύματα των μορφών με τις πυκνές, πλούσιες πτυχές και τις βαθιές αύλακες. Τα ενδύματα άλλοτε αναδεικνύουν το σώμα, όπως στη μορφή της νότιας πλευράς, που αποδίδεται στον Ουρανό, και άλλοτε το αποκρύπτουν, καθώς οι πτυχές τους ακολουθούν διαφορετικές κατευθύνσεις σε σχέση με τη στάση του σώματος, όπως σε άλλη μία μορφή της νότιας πλευράς, που αποδίδεται στη Φοίβη.

Αρκετές από τις μορφές των Γιγάντων είναι ανθρώπινες, όπως οι αντίπαλοι του Τρίτωνα, του Ήλιου και της Άρτεμης, ο τελευταίος από τους οποίους φέρει κράνος, ασπίδα και δόρυ· συχνά όμως τα σκέλη τους είναι φιδόμορφα, συνήθως των πιο ηλικιωμένων. Μάλιστα, σε δύο περιπτώσεις οι κεφαλές τους δεν είναι ανθρώπινες, αλλά έχουν τη μορφή κεφαλής ταύρου και λιονταριού.

Σύμφωνα με πολλούς μελετητές, η τυπολογία ορισμένων μορφών είναι επηρεασμένη από παλιότερες παραστάσεις. Οι μορφές του Δία και της Αθηνάς απηχούν τυπολογικά αυτές των ίδιων θεών από το κατεστραμμένο σήμερα κεντρικό τμήμα του δυτικού αετώματος του Παρθενώνα. Ανάλογες ομοιότητες εντοπίζονται και στον αντίπαλο Γίγαντα της Αθηνάς, η στάση του οποίου ανακαλεί αυτήν του Λαοκόωντα από το γνωστό σύμπλεγμα, το χαμένο πρωτότυπο του οποίου χρονολογείται γύρω στο 200 π.Χ.

Η ζωφόρος του Τηλέφου


To ύψος της ζωφόρου αυτής φτάνει τα 1,58 μέτρα και το μήκος της πρέπει να ξεπερνούσε τα 80, αν και, σύμφωνα με νεότερους υπολογισμούς, το μήκος της δεν πρέπει να ήταν μεγαλύτερο από 60 μέτρα. Η λεγόμενη ζωφόρος του Τηλέφου είναι νεότερη από τη ζωφόρο της Γιγαντομαχίας και σε αντίθεση με αυτήν, οι περισσότερες από τις 90 μορφές που σώζονται καταλαμβάνουν μόλις τα 2/3 του ύψους των πλακών. Ορισμένες από τις ανάγλυφες πλάκες της, όπως και τμήματα της κιονοστοιχίας την οποία κοσμούσε, δεν έχουν υποστεί την τελική επεξεργασία, γεγονός που ίσως οφείλεται στην πολιτική αστάθεια που ακολούθησε μετά το θάνατο του Ευμένη Β΄, το 159 π.Χ.
Στην παράσταση, από την οποία διατηρείται μόλις το 1/3 του αρχικού της μήκους, αποτυπώνεται η ζωή του Τηλέφου, που ήταν γιος του Ηρακλή και της Αύγης, κόρης του βασιλιά της Αρκαδίας Αλεού. Σύμφωνα μάλιστα με το Stähler, το μνημείο δεν είναι βωμός, αλλά το ηρώο του μυθικού αυτού ήρωα. Η επιλογή για την απεικόνιση της ζωής του οφείλεται στην πολιτική προπαγάνδα των Ατταλιδών, καθώς ο ήρωας, που έγινε βασιλιάς της Μυσίας, θεωρήθηκε ο γενάρχης της δυναστείας τους.

Η αφήγηση είναι συνεχής, φαινόμενο που πρωτοεμφανίζεται στην Ελληνιστική περίοδο και χαρακτηρίζεται συνήθως ως «κυκλικό στιλ». Πρόκειται για τον κατακερματισμό επεισοδίων σε διαφορετικό χρόνο και τόπο, που δεν προτιμάται από τους καλλιτέχνες της Κλασικής περιόδου, οι οποίοι διατηρούσαν στην αφήγηση την τοπική και τη χρονική ενότητα, όπως παρατηρείται και στη ζωφόρο της Γιγαντομαχίας.

Ο Τήλεφος


Η ακριβής αναπαράσταση του εικονογραφικού προγράμματος της ζωφόρου είναι δύσκολο να επιτευχθεί, καθώς αρκετές από τις πλάκες, η ερμηνεία των οποίων δεν είναι σίγουρη, τοποθετούνται σε διάφορες θέσεις.

Η αφήγηση ξεκινά από το δυτικό άκρο του βόρειου τοίχου και ολοκληρώνεται στην ανατολική άκρη του νότιου. Στο βόρειο τοίχο προηγείται μία σκηνή από την αυλή του Αλεού, στο δεξί τμήμα της οποίας εικονίζεται ο Ηρακλής, που κατευθύνει το βλέμμα του στο ιερό της Αθηνάς, ιέρεια της οποίας ήταν η Αύγη. Ακολουθούν η εγκατάλειψη του Τηλέφου και η κατασκευή της κυκλικής σχεδίας με την οποία θα εκδιωχθεί η Αύγη, η υποδοχή της από το βασιλιά της Μυσίας, τον Τεύθρα, και το λαό του και η ίδρυση από αυτήν της λατρείας της Αθηνάς.

Η αφήγηση συνεχίζεται στον ανατολικό τοίχο, που είχε μεγαλύτερο μήκος από το βόρειο και το νότιο, με την εύρεση του Τηλέφου από τον Ηρακλή και τις φροντίδες που του προσφέρουν οι Νύμφες. Ακολουθούν η άφιξη του ήρωα στη Μυσία, η αναγνώριση της μητέρας του την ημέρα του γάμου τους και σκηνές μάχης με τοπικούς αντιπάλους, αλλά και με τους Αχαιούς, στις πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον των οποίων πληγώνεται από τον Αχιλλέα. Τέλος, στο νότιο τοίχο απεικονίζονται το επεισόδιο της ανάρρωσής του στο Άργος, η ίδρυση βωμού για κάποια άγνωστη λατρεία, ίσως του Διονύσου, στη Μυσία και ο θάνατός του.

Η ζωφόρος του Τηλέφου θεωρείται από πολλούς μελετητές ένας από τους σημαντικότερους προδρόμους των τοπιογραφιών της Ρωμαϊκής περιόδου, λόγω της ύπαρξης στοιχείων που υποδηλώνουν τον τόπο στον οποίο εκτυλίσσονται τα επεισόδια (βράχοι, δέντρα, ιερά). Σε αρκετές από τις πλάκες διακρίνεται η προσπάθεια των καλλιτεχνών για την επίτευξη της προοπτικής σμίκρυνσης, όπως στον τρόπο απόδοσης της κυκλικής σχεδίας που κατασκευάζεται από τέσσερις ανδρικές μορφές για την εκδίωξη της Αύγης. Ανάλογες προσπάθειες γίνονται για τη δημιουργία της αίσθησης του βάθους μέσω της τοποθέτησης των μορφών όχι παρατακτικά, όπως στη ζωφόρο της Γιγαντομαχίας, αλλά σε δύο επίπεδα. Χαρακτηριστικές είναι οι τρεις γυναικείες μορφές του τμήματος αυτού της ζωφόρου που εικονίζονται, σε μικρότερη κλίμακα, να παρακολουθούν την κατασκευή της σχεδίας.


Πού βρίσκεται το μουσείο της Περγάμου στο Βερολίνο


Ο Βωμός της Πέργαμου εκτίθεται στο μουσείο της Πέργαμου, ένα από τα 5 σημαντικά μουσεία που βρίσκονται βόρειο τμήμα του νησιού Spreeinsel (Σπρέεΐνσελ) ή αλλιώς νησί των Μουσείων (Μουζέουμσίνσελ), που βρίσκεται στον ποταμό Σπρέε που διασχίζει το Βερολίνο.
Το Μουσείο του Βερολίνου, πλέον, αποτελεί το πρώτο σε επισκεψιμότητα μουσείο στη Γερμάνια και το 39ο παγκοσμίως. Γεγονός που, κυρίως, όπως είναι φυσικό, οφείλεται στην έκθεση της υποδειγματικής ενσάρκωσης της ελληνικής γλυπτικής στα σπλάχνα του, του αφάτου και εκπάγλου καλλονής, Βωμού του Διός Σωτήρος και της Αθηνάς Νικηφόρου της Περγάμου.


Πηγή