Πέμπτη 30 Αυγούστου 2018

Η στάση του Μεγάλου Αλεξάνδρου απέναντι στις γυναίκες

Σε προηγούμενο άρθρο είχαμε αναφερθεί,, ανάμεσα στα άλλα, στους γονείς του Μεγάλου Αλεξάνδρου και στην επίδραση που είχαν πάνω του. Ο πατέρας του Αλεξάνδρου ήταν τελείως διαφορετικός χαρακτήρας από αυτόν.

Ο Φίλιππος διασκέδαζε με γυναίκες του λαού, με εταίρες ή και αιχμάλωτες ακόμη. Η αντίδραση του Αλεξάνδρου στο θέμα αυτό εκδηλώθηκε έμμεσα, σε όλα τα χρόνια της εφηβείας του με την πλήρη αδιαφορία του προς το γυναικείο φύλο.

Η αδιαφορία του για τις γυναίκες ανησύχησε τους γονείς του, οι οποίοι αποφάσισαν να του στείλουν στον κοιτώνα του, την όμορφη Θεσσαλή εταίρα Καλλιξένη.

Τότε ο Αλέξανδρος ήταν 17 ετών. Τα θέλγητρα της όμως δεν συγκίνησαν τον Αλέξανδρο, που την έδιωξε ύστερα από κάποιο διάστημα.

Η συμπεριφορά του αυτή, δηλ. η έλλειψη ενδιαφέροντος για τις γυναίκες, δεν οφειλόταν στην προτίμηση του προς τους άνδρες, που ήταν συνηθισμένο φαινόμενο της εποχής, αλλά πρέπει να εξηγηθεί από την καθυστερημένη του ανάπτυξη, από τη μυστικιστική του ιδέα για τον υψηλό προορισμό του και από το ζωηρό ενδιαφέρον του για τις πολυάριθμες σωματικές και πνευματικές ασχολίες.

Πίστευε πως δεν είχε πολύ καιρό για να παραδοθεί στην ακολασία μπροστά σε όλα όσα είχε να μάθει και να κάνει.

Υπάρχουν διάφορα περιστατικά, πολλά από τα οποία θα αναφέρουμε κάπως περιληπτικά, για να βγάλουμε και τα σχετικά συμπεράσματα.

Όταν ήταν 20 ετών ο Αλέξανδρος (Άνοιξη του 336 π.Χ.) ο σατράπης της Αλικαρνασσού Πιξώδαρος έστειλε προξενιό στο Φίλιππο, για να πάρει ο (καθυστερημένος πνευματικά) γιος του Αρριδαίος την κόρη του Πιξώδαρου.

Του Φιλίππου του άρεσε αυτή η ιδέα του γάμου, γιατί ο γιος του θα γινόταν σατράπης της Καρίας κι έτσι ο ίδιος θα είχε ένα προγεφύρωμα στην Ασία κατά των Περσών.

Ο Αλέξανδρος μόλις το έμαθε, έστειλε στον Πιξώδαρο τον κωμικό ηθοποιό Θεσσαλό, για να του προτείνει αυτόν ως γαμπρό για την κόρη του κι όχι τον Αρριδαίο. Μόλις το έμαθε ο Φίλιππος εξαγριώθηκε, μάλωσε τον Αλέξανδρο, λέγοντάς του ότι αυτός έπρεπε, ως διάδοχος του θρόνου, να πάρει γυναίκα καθαρόαιμη Μακεδονίτισσα.

Για τιμωρία ο Φίλιππος εξόρισε τέσσερις φίλους του: τον Άρπαλο, το Νέαρχο, το Φρύγιο και τον Πτολεμαίο, που πολλοί τον θεωρούσαν νόθο γιο του Φιλίππου, γιατί η μάνα του ήταν μια από τις ερωμένες του βασιλιά. Έτσι έληξε άδοξα το προξενιό του Αλέξανδρου.

Πριν ξεκινήσει ο Αλέξανδρος για την εκστρατεία του στην Ασία (334 π.Χ.), ο Αντίπατρος και ο Παρμενίων τον συμβούλεψαν να παντρευτεί, ώστε να εξασφαλιστεί η διαδοχή του θρόνου, δεδομένου ότι ήταν πολύ πιθανό να σκοτωνόταν, καθώς πολεμούσε πάντα πρώτος στις μάχες που έδινε.

Ο Αλέξανδρος αρνήθηκε να παντρευτεί, λέγοντάς τους ότι δεν είχε χρόνο να ερωτοτροπεί με γυναίκες, όταν τον περίμεναν μπροστά του τόσο μεγάλα έργα.

Αυτή η έλλειψη ενδιαφέροντος για τη διαδοχή, όπως και η απερισκεψία του και η αφοβία του στις μάχες τον χαρακτήριζαν πάντα.

Όταν κατέστρεψε ο Αλέξανδρος τη Θήβα και εξανδραπόδισε τους κατοίκους της (Φθινόπωρο 335 π.Χ.) του έφεραν μπροστά του την Τιμόκλεια για να την τιμωρήσει, επειδή είχε σκοτώσει τον βιαστή της, που ήταν ένας Θρακιώτης αξιωματικός.

Ο βιαστής ζητούσε να μάθει, πού είχε κρύψει το θησαυρό της. Αυτή τον παραπλάνησε, λέγοντάς του ότι τον είχε κρυμμένο μέσα στο πηγάδι.

Εκείνος έσκυψε για να δει, τον έσπρωξε, έπεσε μέσα και αυτή τον έπνιξε στο πηγάδι, σφραγίζοντάς το.

Του ανέφερε το γενεαλογικό της δέντρο και τους αγώνες του αδελφού της εναντίον του Φιλίππου. Ο Αλέξανδρος θαύμασε την αξιοπρέπεια, την υπερηφάνεια και την αφοβία της και, αφού τη συγχάρηκε για την αποτελεσματική της εκδίκηση εναντίον του βιαστή της, της χάρισε τη ζωή.

Μετά το θάνατο του Μέμνονα του Ρόδιου, που τον πολέμησε στο Γρανικό, ο Αλέξανδρος παντρεύτηκε τη γυναίκα του Βαρσίνη, που ήταν κόρη του Αρτάβαζου (αργότερα σατράπη του).
Την είχε πρωτογνωρίσει στα εφηβικά του χρόνια στην Πέλλα, όπου είχε καταφύγει με τον πατέρα της. Μαζί της έκαμε ένα γιο, τον Ηρακλή.

Στις Σάρδεις γνώρισε τον Απελλή, το μεγαλύτερο ζωγράφο της εποχής του, που ήταν ο μόνος επίσημος ζωγράφος του.

Μόνο αυτός τον απεικόνιζε. Ο Αλέξανδρος τότε είχε μια ερωμένη, που λεγόταν Παγκάστη.
Ο Απελλής την ερωτεύτηκε κι όταν ζήτησε από τον Αλέξανδρο να του επιτρέψει να τη ζωγραφίσει γυμνή, ο Αλέξανδρος του πρόσφερε αμέσως τη γυναίκα με τις ευλογίες του. Λέγεται ότι ο Απελλής μετά την παντρεύτηκε. Αξίζει να διηγηθούμε και ένα άλλο περιστατικό με τον Απελλή.

Κάποια στιγμή ο Αλέξανδρος του ζήτησε να τον ζωγραφίσει με τον Βουκεφάλα. Αυτό έγινε, αλλά ο Αλέξανδρος δε βρήκε επιτυχημένη την απεικόνιση του Βουκεφάλα.

Ο Απελλής ζήτησε να φέρουν το άλογο. Έτσι έγινε, οπότε μόλις είδε ο Βουκεφάλας την εικόνα του χλιμίντρισε και ο Απελλής είπε στον Αλέξανδρο: «Βασιλιά, πιο καλά γνωρίζει τη ζωγραφική ο Βουκεφάλας από σένα!».

Ο Αλέξανδρος στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, δεχόταν τέτοιου είδους παρατηρήσεις (π. χ. περιστατικά με Διογένη τον Κορίνθιο, Φωκίωνα, κλπ.), αλλά όχι όταν ωρίμασε ως βασιλιάς.

Μετά τη μάχη της Ισσού (Νοέμβριος 333 π.Χ.) μπήκε στη σκηνή του Δαρείου μαζί με τον Ηφαιστίωνα.

Καθώς ο Ηφαιστίωνας ήταν ψηλότερος από αυτόν, δηλ. πιο επιβλητικός, η μητέρα του Δαρείου, η Σισύγαμβις, χαιρέτησε πρώτα τον Ηφαιστίωνα νομίζοντας ότι ήταν ο Αλέξανδρος.
Όταν κατάλαβε το λάθος της, ντράπηκε, τα έχασε , αλλά ο Αλέξανδρος την καθησύχασε λέγοντάς της ότι «και ο Ηφαιστίωνας είναι ο Αλέξανδρος».

Διέταξε να τους φέρονται με τον οφειλόμενο σεβασμό, δεν πείραξε ούτε τη γυναίκα του Δαρείου, τη Στάτειρα.

Η ιπποτική του συμπεριφορά εκδηλώθηκε για μια ακόμη φορά σε μια εποχή που οι αιχμάλωτες γυναίκες ήταν, βέβαια, στην απόλυτη διάθεση του νικητή. Αυτή πέθανε λίγους μήνες αργότερα πάνω στη γέννα.

Δεν πείραξε ούτε τις δυο κόρες της (Στάτειρα και Δρύπετις), ούτε τον εξάχρονο γιο της. Αυτή η συμπεριφορά του Αλέξανδρου προς την οικογένεια του Δαρείου και το ότι εκδικήθηκε το θάνατο του Δαρείου από τον Βήσσο, παραδίδοντάς τον στην πρώην βασιλική οικογένεια, έκαμε τη Σισύγαμβι να τον θεωρεί γιο της κι όταν ο Αλέξανδρος πέθανε (323 π. Χ. Ιούνιος) αρνήθηκε να πάρει τροφή και πέθανε και η ίδια από ασιτία.

Ας τονιστεί εδώ ότι μετά τη μάχη της Ισσού κληρονόμησε και το χαρέμι του Δαρείου, αποτελούμενο από 300 περίπου γυναίκες, αλλά δεν πρέπει να το επισκέφτηκε ποτέ. Ο Αλέξανδρος ως νέος μονάρχης έπρεπε να κρατά το τυπικό των Περσών βασιλιάδων, γι’ αυτό και το χαρέμι τον συνόδευε στην εκστρατεία του προς Ανατολάς.

Το 329 π. Χ., ενώ βρισκόταν στη Ζαρίασπα, δέχθηκε μια πρεσβεία των Σκυθών, που κατοικούσαν ανάμεσα στην Κασπία και τη Μαύρη Θάλασσα που του πρότειναν να παντρευτεί την κόρη του βασιλιά τους, αλλά και να συμμαχήσουν μαζί του. Ο Αλέξανδρος αρνήθηκε το γάμο, αλλά δέχθηκε τη συμμαχία.

Την Άνοιξη του 326 π. Χ. μετά την κατάληψη της Αόρνου Πέτρας, που ήταν το πιο απόρθητο φρούριο της Βακτριανής (Αφγανιστάν) γνώρισε την κόρη του άρχοντα Οξυάρτη, τη Ρωξάνη.
Αυτή ήταν τότε 13 ετών και ήταν η ωραιότερη γυναίκα της Ανατολής. Ο Αλέξανδρος την ερωτεύτηκε μόλις την είδε, την παντρεύτηκε με τα έθιμα του τόπου της και όταν πέθανε ο Αλέξανδρος (323 π.Χ.) αυτή ήταν έγκυος 8 μηνών.

Γέννησε ένα γιο, τον Αλέξανδρο Δ΄, που 12 χρόνια αργότερα τον δολοφόνησε ο Κάσσανδρος μαζί της στην Αμφίπολη (το 310 π.Χ.).

Όταν ο Αλέξανδρος κυρίευσε την πόλη Μάσσαγα (ή Ναύτακα) αιχμαλώτισε τη βασίλισσα Κλεοφίδα.

Η βασίλισσα κατάφερε να υπερνικήσει την αδιαφορία του κατακτητή, πέρασε μια νύκτα μαζί του στη σκηνή του, κατόρθωσε να παραμείνει βασίλισσα και απέκτησε γιο, που τον ονόμασε Αλέξανδρο. Αυτό σημαίνει ότι οι περιπέτειες αυτού του είδους σπάνιζαν, αλλά δεν έλειπαν κι εντελώς.

Κατά μια παράδοση, όταν βρισκόταν στην Υρκανία πήγε και τον βρήκε η βασίλισσα των Αμαζόνων με 300 γυναίκες (άλλοι αναφέρουν λιγότερες).

Ήθελε δήθεν να πολεμήσει μαζί του, αλλά αυτός αρνήθηκε, γιατί φοβόταν τις επιπτώσεις που θα είχε η παρουσία τόσων γυναικών στο στρατό του.

Η βασίλισσα του ζήτησε να κάμουν ένα παιδί μαζί. Έμειναν μαζί 13 μέρες κι ύστερα έφυγε η βασίλισσα.

Όταν γύρισε στα Σούσα ο Αλέξανδρος και τέλεσε τους περίφημους ομαδικούς γάμους (Άνοιξη 324 π. Χ.), που ήταν βέβαια μια πολιτική πράξη για τη συγχώνευση και τη συναδέλφωση των λαών, ο ίδιος παντρεύτηκε δυο γυναίκες: τη Στάτειρα, που ήταν κόρη του Δαρείου και την Παρυσάτιδα, που ήταν κόρη του Αρταξέρξη Γ΄ από το δεύτερο περσικό βασιλικό οίκο. Με αυτήν την ενέργεια ήθελε να συνδέσει τις δυο αντίπαλες δυναστείες της Περσίας και να φανεί ως ο νόμιμος διάδοχος του θρόνου. Πάντρεψε τον Ηφαιστίωνα με τη Δρυπέτιδα (αδελφή της Στάτειρας), γιατί ήθελε τα παιδιά τους να είναι ξαδέλφια.

Θα αναφερθούμε για λίγο και στον Ηφαιστίωνα. Τους συνέδεε μια μακρά και άδολη φιλία. Μοιράζονταν συχνά το ίδιο αντίσκηνο. Διάβαζαν μαζί τα γράμματα της Ολυμπιάδας προς τον Αλέξανδρο. Δεν είχαν μυστικά ο ένας από τον άλλο. Ο μόνος που μάθαινε τις μύχιες σκέψεις του Αλέξανδρου ήταν ο Ηφαιστίωνας.

Όμως τις αποφάσεις τις έπαιρνε πάντα μόνος του ο Αλέξανδρος. Όταν ήθελε να μη γνωστοποιηθεί κάτι εντελώς απόρρητο, του έβαζε μπρος στο στόμα το δάκτυλο, όπου φορούσε το βασιλικό δακτυλίδι με τη σφραγίδα κι αυτό σήμαινε ότι κανείς δεν έπρεπε να μάθει αυτό το μυστικό.
Στη μάχη πολεμούσαν πλάι- πλάι.

Η διοίκηση μεγάλων μονάδων που δόθηκε στον Ηφαιστίωνα από τον Αλέξανδρο ήταν αξιοκρατική.
Για παράδειγμα, όταν κατέβαιναν τον ποταμό Ινδό, επί 8 μήνες, προς τη θάλασσα, ο Ηφαιστίων διοικούσε το μισό στρατό, βαδίζοντας στην αριστερή όχθη του Ινδού. Δεν υπάρχει καμιά απόδειξη ότι οι σχέσεις τους ήταν ανώμαλες.

Όλα τα άλλα που φάνηκαν στην ταινία του Όλιβερ Στόουν είναι μόνο για κατανάλωση.
Τον Ηφαιστίωνα οι άλλοι φίλοι του Αλέξανδρου δεν τον χώνευαν, γιατί μονοπωλούσε την αγάπη του Αλέξανδρου.

Ήταν στα μαχαίρια τόσο με τον Κρατερό, όσο και με τον Ευμένη για λόγους ασήμαντους καμιά φορά (π. χ. για την κατοχή ενός καταλύματος για μια βραδιά μπορούσαν να σκοτωθούν).

Κάποτε τράβηξαν τα σπαθιά ο Κρατερός κι ο Ηφαιστίωνας και όρμησαν ο ένας εναντίον του άλλου.
Μπήκαν στη μέση 8 στρατιώτες, για να τους χωρίσουν. Ο Αλέξανδρος τους προειδοποίησε ότι θα τους σκότωνε, παρόλο που τους αγαπούσε και τους δυο, εάν το ξανάκαναν αυτό.

Ο Αλέξανδρος έλεγε ότι ο Ηφαιστίωνας τον αγαπούσε σα φίλο, ενώ ο Κρατερός σα βασιλιά.
Ο Ηφαιστίωνας πέθανε στα Εκβάτανα (Οκτώβριος 324 π.Χ.) και αυτό σύντριψε ψυχολογικά τον Αλέξανδρο.

Τότε κήρυξε πένθος σε όλη την αυτοκρατορία, διέταξε να κουρέψουν τις χαίτες των αλόγων, έκοψε τα μαλλιά του ο ίδιος, σταύρωσε το γιατρό του Ηφαιστίωνα, το Γλαύκο, γιατί τον θεώρησε υπεύθυνο για το θάνατό του, και ανήγειρε μνημείο προς τιμήν του Ηφαιστίωνα αξίας 10.000 ταλάντων (κάτι τέτοιο υπερβολικό έγινε και με την πρόσφατη ορκωμοσία Μπους, που κόστισε 50 εκατομμύρια δολάρια, για να αποδειχθεί, για άλλη μια φορά, ότι η ιστορία πάντα επαναλαμβάνεται).

Τελειώνοντας θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι πειρασμοί δεν έλειπαν από τον Αλέξανδρο.
Ο ίδιος όμως αδιαφορούσε για τις σαρκικές ηδονές, γιατί, ενώ το πνεύμα του ήταν πάντοτε σε εγρήγορση, ήταν δέσμιος του οράματός του για την παγκόσμια κατάκτηση και η αυτοσυγκράτηση που έδειχνε για το γυναικείο φύλο οφειλόταν στις ψυχικές αρετές του.


Τα άλλα που λέγονται από κάποιους για τις δήθεν ανορθόδοξες σεξουαλικές του προτιμήσεις είναι εκ του πονηρού. Κάποιοι θέλουν να κτίσουν την καριέρα τους πάνω σε μυθεύματα.

Για μας τους Έλληνες ο Αλέξανδρος πρέπει να μείνει στη συνείδησή μας ως η κιβωτός της ιστορικής μας μνήμης, στην οποία θα πρέπει να καταφεύγουμε, να αντλούμε εμπνεύσεις και δυνάμεις από το έργο του, για να επιβιώσουμε ως φυλή.

Την εποχή που ζούμε, της απόλυτης παγκοσμιοποίησης, εάν δεν κρατήσουμε την ιστορία μας, τις παραδόσεις μας, τη θρησκεία μας και την πίστη μας στις πατροπαράδοτες αξίες της φυλής μας, που είναι από τις μακροβιότερες του ανθρώπινου γένους, δεν θα επιβιώσουμε σαν έθνος.

Για μας η ιστορία του Μεγάλου Αλέξανδρου πρέπει, λοιπόν, να είναι το γοητευτικό ταξίδι επιστροφής στις ρίζες μας.



* Ο Ιατράκης Εμμανουήλ είναι προϊστάμενος του 1ου Γραφείου Δ/θμιας Εκπ/σης ν. Ηρακλείου


Πηγή