Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2020

Ο Γύγης και η γυναίκα του Κανδαύλη

Η ηγεμονία των Ηρακλειδών πέρασε στα χέρια της γενιάς του Κροίσου, στους Μερμνάδες, ως εξής. Ήταν ο Κανδαύλης, που οι Έλληνες τον λένε Μυρσίλο, τύραννος των Σαρδίων και απόγονος του Αλκαίου, γιου του Ηρακλή. Γιατί ο Άγρων, γιος του Νίνου γιου του Βήλου γιου του Αλκαίου, έγινε πρώτος Ηρακλείδης βασιλιάς των Σαρδίων· ο Κανδαύλης, ο γιος του Μύρσου, τελευταίος.

Όσοι βασίλευσαν στη χωρά αυτή πριν από τον Άγρωνα ήταν απόγονοι του Λυδού, γιου του Άτη, από όπου πήρε ο λύδιος λαός ολόκληρος το όνομα του, αυτός που πρώτα ονομαζόταν Μηίων. Από αυτούς και με τη συγκατάθεση τους πήραν την αρχή, στηριγμένοι σε χρησμό, οι Ηρακλείδες, που η γενιά τους κρατούσε από μία δούλη του Ιαρδάνου και από τον Ηρακλή, και που βασίλευσαν είκοσι δύο γενιές, πεντακόσια πέντε χρόνια — κάθε γιος κληρονομώντας την αρχή από τον πατέρα του, ως τον Κανδαύλη, το γιο του Μύρσου.

Αυτός λοιπόν ο Κανδαύλης ερωτεύθηκε τη γυναίκα του, και ερωτευμένος μαζί της πίστευε πως η γυναίκα του είναι πολύ πιο όμορφη από όλες τις άλλες. Από μια τέτοια πίστη — γιατί ένας από τους δορυφόρους του ήταν ο Γύγης, ο γιος του Δασκύλου, που είχε κερδίσει την εύνοια του — σ’ αυτόν λοιπόν τον Γύγη εμπιστευόταν ο Κανδαύλης τις πιο σπουδαίες υποθέσεις του, παινώντας ξεχωριστά και την ομορφιά της γυναίκας του.

Δεν πέρασε πολύς καιρός —γιατί ήταν γραμμένο του Κανδαύλη να κακοπάθει — κι έλεγε μια μέρα του Γύγη: «Γύγη, επειδή δε νομίζω πως πείθεσαι σε όσα σου λέω για την ομορφιά της γυναίκας μου (στα αυτιά συμβαίνει οι άνθρωποι να πιστεύουν λιγότερο απ’ ότι στα μάτια τους), δέξου να την δεις εκείνη γυμνή».

Αυτός όμως αναφώνησε κι είπε: «Κύριε μου, τί λόγο αρρωστημένο μου λες, παρακινώντας με, την κυρά μου να την δω γυμνή; Μα από τη στιγμή που μια γυναίκα βγάζει το ρούχο της, αφήνει ακάλυπτη και την ντροπή της. Από τα παλιά χρόνια βρήκαν οι άνθρωποι γνώμες σοφές, που πρέπει να μας διδάσκουν.

Μια από αυτές είναι και τούτη: να κοιτάζει καθένας τη δουλειά του. Εγώ δέχομαι πως εκείνη είναι από όλες τις γυναίκες η πιο όμορφη, και σου ζητώ να μη ζητάς πράγματα άνομα».

Έτσι μιλώντας δοκίμαζε να το αποφύγει, από φόβο μήπως τον βρει κάποιο κακό. Εκείνος όμως πήρε ξανά το λόγο κι είπε: «Θάρρος, Γύγη, και μη φοβάσαι ούτε εμένα, πως ίσως θέλοντας να σε δοκιμάσω κάνω μια τέτοια πρόταση, ούτε και τη γυναίκα μου, μήπως από κείνη σε βρει κάποιο κακό.

 Γιατί εγώ έτσι καλά θα στήσω τη μηχανή από την αρχή, ώστε εκείνη να μην πάρει είδηση ότι εσύ την είδες. Μόνος μου θα σε στήσω μέσα στο δωμάτιο που κοιμόμαστε, πίσω από το ανοιχτό θυρόφυλλο· αμέσως μετά από μένα θα έλθει και η γυναίκα μου για ύπνο. Κοντά στην είσοδο βρίσκεται ένα θρονί.

Πάνω σ’ αυτό βγάζοντας ένα προς ένα τα ρούχα της θα τα αποθέσει και θα μπορέσεις έτσι με όλη σου την ησυχία να τη θαυμάσεις. Όταν προχωρήσει από το θρονί προς το κρεβάτι, και βρεθείς πίσω από την πλάτη της, μόνος σου κοίτα από κει και πέρα να μη σε δει που θα γλιστράς από την πόρτα».

Λοιπόν ο Γύγης, μια και δε γινόταν να ξεφύγει, δέχτηκε. Και ο Κανδαύλης, όταν είδε πως είναι ώρα για ύπνο, έμπασε τον Γύγη στο δωμάτιο, και αμέσως ύστερα παρουσιάστηκε και η γυναίκα του. Την ώρα που μπήκε κι απόθετε τα ρούχα της, τη θαύμαζε ο Γύγης. Μόλις ωστόσο βρέθηκε πίσω από την πλάτη της, καθώς η γυναίκα προχωρούσε στο κρεβάτι, γλίστρησε να βγει έξω. Όμως το μάτι της γυναίκας τον έπιασε την ώρα που εκείνος ξεγλιστρούσε.

Ένιωσε τί της είχε κάνει ο άντρας της, εντούτοις ούτε φώναξε, παρ’ όλη την ντροπή της, ούτε και έδειξε πως το κατάλαβε, έχοντας στο νου της να εκδικηθεί τον Κανδαύλη. Γιατί στους Λυδούς, όπως επίσης και στους άλλους βαρβάρους, είναι ντροπή μεγάλη ακόμη και έναν άντρα να τον δουν γυμνό.

Τότε λοιπόν η βασίλισσα δίχως να δείξει το παραμικρό κράτησε την ψυχραιμία της. Αλλά μόλις ξημέρωσε, εξασφάλισε τη συμπαράσταση εκείνων των υπηρετών που τους ήξερε να της είναι απόλυτα έμπιστοι, και έστειλε να φωνάξουν τον Γύγη. Και αυτός, δίχως να του περάσει από το μυαλό ότι η βασίλισσα ξέρει το πράγμα, ήλθε στην πρόσκληση της.

Γιατί συνήθιζε και πριν, κάθε φορά που εκείνη τον καλούσε, να έρχεται κοντά της. Μόλις έφτασε ο Γύγης, του μίλησε η γυναίκα και είπε: «Τώρα δύο δρόμοι σου ανοίγονται, Γύγη, και σου δίνω το δικαίωμα να πάρεις όποιον από τους δυο θέλεις: ή σκότωσε τον Κανδαύλη και πάρε εμένα και τη βασιλεία των Λυδών, ή ο ίδιος αμέσως τώρα πρέπει να πεθάνεις, για να μη βλέπεις στο εξής, με την τυφλή σου υπακοή στον Κανδαύλη, όσα δε σου επιτρέπεται.

Αλλά ή εκείνος που τα μηχανεύτηκε αυτά πρέπει να αφανιστεί, ή εσύ που εμένα με είδες γυμνή, κάνοντας μία πράξη άπρεπη». Ο Γύγης στην αρχή τα έχασε με τα λόγια της, ύστερα την παρακαλούσε να μην τον φέρει στην ανάγκη να κάνει μια τέτοια εκλογή.

Παρ’ όλα αυτά δεν την έπειθε κι έβλεπε ότι η ανάγκη πραγματικά τον πίεζε να διαλέξει : ή να σκοτώσει τον κύριο του ή να αφήσει να τον σκοτώσουν αυτόν οι άλλοι — διαλέγει να ζήσει ο ίδιος.

Τότε λοιπόν πρόσθεσε την ακόλουθη ερώτηση: «Αφού με αναγκάζεις να σκοτώσω τον αφέντη μου, κι ας μην το θέλω, πες μου να ακούσω με ποιο τρόπο θα του επιτεθούμε». Και εκείνη πήρε το λόγο και είπε: «Από το ίδιο μέρος θά ‘ρθει το χτύπημα, από όπου και κείνος με έδειξε γυμνή· πάνω στον ύπνο θα τον βρει».

Όταν κατέστρωσαν το σχέδιο, και είχε για καλά νυχτώσει (γιατί δεν είχε τρόπο πια ο Γύγης να ξεφύγει ούτε και υπήρχε λύση να απαλλαγεί, αλλά έπρεπε ή τον εαυτό του να αφανίσει ή τον Κανδαύλη), ακολουθούσε στον κοιτώνα τη γυναίκα που του έδωσε ένα μαχαίρι και τον έκρυψε πίσω από το ίδιο εκείνο θυρόφυλλο.

Μετά, την ώρα που ο Κανδαύλης κοιμόταν, πετάχτηκε πίσω από την πόρτα και τον σκότωσε — έτσι πήρε και τη γυναίκα του και τη βασιλεία του ο Γύγης. Τον θυμήθηκε τον Γύγη και ο Αρχίλοχος ο Πάριος, που έζησε στα ίδια χρόνια, σε ένα του στίχο.

Κέρδισε έτσι ο Γύγης τη βασιλεία και έγινε κρατερός με δελφικό χρησμό. Γιατί καθώς οι Λυδοί πήραν βαριά το πάθος του Κανδαύλη και σήκωσαν τα όπλα, ήρθαν τελικά σε συμβιβασμό οι στασιαστές του Γύγη και οι υπόλοιποι Λυδοί με τον όρο, αν το μαντείο δεχτεί να γίνει αυτός βασιλιάς των Λυδών, τότε να βασιλεύσει, αλλιώτικα να δώσει πίσω στους Ηρακλείδες την αρχή.

Το μαντείο δέχτηκε κι έτσι βασίλευσε ο Γύγης. Τόσο μονάχα πρόσθεσε η Πυθία· ότι θα πέσει η εκδίκηση των Ηρακλειδών στον πέμπτο απόγονο του Γύγη. Όμως στο λόγο αυτόν ούτε οι Λυδοί ούτε οι βασιλιάδες τους δεν έδωσαν σημασία, παρά μόνον όταν εκπληρώθηκε.(Σημ. : ο πέμπτος απόγονος του Γύγη ήταν, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Κροίσος)



Ηρόδοτος, Ἱστορίαι 1.7 – 13

[Μτφρ. Δ. Ν. Μαρωνίτη : Ηρόδοτος, Επτά Νουβέλες και Τρία Ανέκδοτα, Άγρα, Αθήνα 1981]


Πηγή