Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

Η Πάρνηθα από την αρχαιότητα έως σήμερα

Η ονομασία Πάρνηθα προέρχεται από την λέξη Πάρνης που έχει πανάρχαια προέλευση από την αρχαία Πελασγική γλώσσα. Η ρίζα της είναι συγγενής με τις λέξεις Πάρνωνας και Παρνασσός (Νέζης, 1983).

Στα αρχαία κείμενα εμφανίζεται για πρώτη φορά το 423 π.Χ. στις “Νεφέλες” του Αριστοφάνη και αργότερα από τον Ρόδιο κωμικό Αντιφάνη (405-333 π.Χ.) και από τον φιλόσοφο Θεόφραστο. Ο Παυσανίας γύρω στα 150 μ.Χ. αναφέρει στα Αττικά του (32,1-2): «Όρη δε αθηναίοις εστί Πεντελικόν ένθα λιθοτομίαι, και Πάρνης παρεχομένη θήραν συών αγρίων και άρκτων, και Υμηττός ος φύει μελίσσαις επιτηδειοτάτας πλην της αλαζώνων».

Η αναφορά αυτή είναι πολύ ουσιαστική, αφού περιγράφει την Πάρνηθα ως χώρο με καλό κυνήγι με αγριογούρουνα και αρκούδες. Φυσικά για την σωστή ερμηνεία της αναφοράς πρέπει να παρατηρήσουμε ότι την εποχή εκείνη Πάρνηθα εννοούνταν μια πολύ ευρύτερη γεωγραφική τοποθεσία από τη σημερινή.

Η Πάρνηθα κατοικούνταν και ήταν πολυσύχναστη από τους Μυκηναϊκούς ακόμα χρόνους. Η σπουδαιότητά της είναι φανερή από τη θέση που κατέχει ως προπύργιο της Αττικής από βόρειες επιθέσεις. Έτσι, μαζί με τα συνεχόμενα βουνά Πατέρας και Κιθαιρώνας, αποτελεί ένα φυσικό τείχος μήκους 60 χιλιομέτρων, που ξεκινά από τον Ευβοϊκό κόλπο και καταλήγει στον κόλπο των Μεγάρων.

Η Πάρνηθα εμφανίζεται ως το πιο οχυρωμένο βουνό της αρχαίας Ελλάδας. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο έγιναν σκληρές μάχες για τον έλεγχο του φρουρίου της Πάνακτου. Τελικά οι Αθηναίοι το ανοικοδόμησαν από την αρχή και το κατέστησαν ισχυρότατο. Το δε φρούριο της Δεκέλειας ήταν το στρατηγείο των Λακεδαιμονίων για πολλά χρόνια στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου.

Η Πάρνηθα όμως ήταν και τόπος λατρείας των Αθηναίων. Ο Παυσανίας αναφέρει στα «Αττικά» ότι στην Πάρνηθα υπήρχε χάλκινο άγαλμα του Παρνήθιου Δία και βωμός του Σημαλέου Δία που ρύθμιζε τις βροχές, καθώς και δύο λατρευτικά σπήλαια.

Οι κάτοικοι της κλασσικής Αθήνας γνώρισαν περιόδους ακμής και δόξας, μεγάλη κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ανάπτυξη. Παράλληλα όμως, σέβονταν το φυσικό περιβάλλον και αυτό φαίνεται ήδη από τη θρησκεία και τους μύθους τους.

Την προστασία της φύσης και της χλωρίδας είχαν αναλάβει όλοι οι θεοί του Ολύμπου και των άλλων βουνών και κάθε θεός είχε ιδιαίτερη φροντίδα για ορισμένο δέντρο ή φυτό, όπως η Αθηνά για την ελιά, ο Απόλλωνας για τη δάφνη, ο Δίας για τη βελανιδιά κ.ο.κ.

Τα ένδοξα χρόνια της Αθήνας διαδέχθηκαν η παρακμή και η αφάνεια, που διήρκεσαν πολλούς αιώνες. Το περιβάλλον της Αττικής άντεξε όχι μόνο στο χρόνο, αλλά και στις ποικίλες επιθέσεις βαρβαρικών φυλών, που στρατοπέδευσαν και πολλοί από αυτούς παρέμειναν για μεγάλο διάστημα στα χώματά της.

Στα μεταγενέστερα χρόνια το βουνό υπήρξε ορμητήριο ληστών και φυσικά περιοχή εποικισμού των Αρβανιτών που εμφανίστηκαν γύρω στα 1350 μ.Χ. και η βασική τους δραστηριότητα ήταν η κτηνοτροφία. Αυτή, συνεχίστηκε και στους νεότερους χρόνους του Νεοελληνικού κράτους, οπότε η Πάρνηθα αποτελούσε ένα μεγάλο δασολίβαδο.

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος και την ανακήρυξη της Αθήνας σε πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους, ο πληθυσμός της αυξήθηκε κατακόρυφα. Από 4.000 το 1834 έγιναν 66.000 το 1879. Το γεγονός αυτό είχε δυσμενέστατες επιπτώσεις στο περιβάλλον του λεκανοπεδίου της Αττικής. Τα λίγα δάση που είχαν απομείνει από την πρόσφατη τότε καταστροφή από τα στρατεύματα του Κιουταχή, αποδεκατίστηκαν για την κάλυψη των αναγκών της πρωτεύουσας. Ξυλοκόποι, ασβεστοποιοί, ανθρακείς, αρτοποιοί, κεραμείς κτλ, απογύμνωσαν τα βουνά της Αττικής.

Στην σύγχρονη εποχή μειώθηκε δραστικά η βόσκηση, η οποία απαγορεύθηκε το 1953. Ωστόσο, οι πιέσεις στο βουνό δεν ελαττώθηκαν. Είναι χαρακτηριστικό, ότι κατά την υποχώρησή τους οι Γερμανικές δυνάμεις κατοχής που υποχωρούσαν σιδηροδρομικώς έκαψαν τμήμα του ελατοδάσους, προκειμένου να ελέγξουν τις επιθέσεις των αντιστασιακών δυνάμεων εναντίον τους. Επίσης, ένα αξιόλογο τμήμα των συστάδων ελάτης υποβαθμίστηκε αργότερα από το κόψιμο των κορυφών των νέων ελάτων για την παραγωγή των χριστουγεννιάτικων δέντρων.

Η ίδρυση του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας το 1961 σύμφωνα με την μελέτη του πρώην Δασάρχη Πάρνηθας, καθηγητή Κ. Μακρή (Μακρής Κ. 1958), ήταν καταλυτική για τη σωτηρία του βουνού και έτσι σήμερα το βουνό είναι το μοναδικό στην Αττική που συντηρεί μία τόσο πλούσια βιοποικιλότητα (Αμοργιανιώτης, 1997).

ΑΡΧΑΙΑ ΜΝΗΜΕΙΑ


Τα σπουδαιότερα αρχαιολογικά μνημεία της Πάρνηθας είναι τα αρχαία φρούριά της. Μετά τα μηδικά οι Αθηναίοι εκμεταλλευόμενοι την ήττα των Περσών με τους οποίους είχαν συμμαχήσει οι Θηβαίοι, έκτισαν δύο οχυρώματα στη Δυτική Πάρνηθα, της Πανάκτου και του Δρυμού.

Έτσι άρχισε η σταδιακή οχύρωση της Πάρνηθας από τους Αθηναίους, με απλά οχυρώματα που χρησίμευαν σαν παρατηρητήρια ή φρυκτωρίες (δηλ. σημεία αναμετάδοσης σημάτων με φωτιές ή οπτικό τηλέγραφο) και δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να ανακόψουν την πορεία πολυπληθούς εχθρού.

Μπορούσαν όμως να παρενοχλούν τα μετόπισθέν του και να αποκόπτουν την επικοινωνία του. Συνήθως βρίσκονταν κτισμένα σε απολήξεις βουνών για να ελέγχουν τις οδικές διαβάσεις, αλλά χρησίμευαν και σαν ορμητήρια και σαν τόποι εκγύμνασης και θητείας νεοσύλλεκτων στρατιωτών «επί τας άκρας».

Τα «φρούρια» της Πάρνηθας κτίστηκαν σε διάφορες ιστορικές εποχές και δεν αποτέλεσαν ποτέ μια ενιαία αμυντική γραμμή. Τα σπουδαιότερα από αυτά, ερείπια των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα είναι τα εξής: Φυλή, Πάνακτος, Ελευθεραί, Καστράκι, Κορορέμι, Κορυνός, Βιλατούρι, Πυργάρι, Λοιμικό, Κατσιμίδι, Δεκέλεια, Λειψύδριο, Φάλεμι κ.λ.π.

Το πιο γνωστό και το ωραιότερο είναι το «Κάστρο της Φυλής» (υψ. 687μ.) που βρίσκεται στην Δυτική Πάρνηθα. Στη θέση «Βουνό Φυλής» που βρίσκεται βόρεια του κάστρου αυτού υπήρχε παλιότερο κάστρο, ίχνη του οποίου δεν σώζονται σήμερα. Εκεί βρίσκονταν ο Αρχαίος Δήμος Φυλής που οι κάτοικοί του, οι Φυλάσιοι, ανήκαν στην Οινηίδα φυλή και φορούσαν λευκά ρούχα (Αριστοφάνης).

Από το κάστρο αυτό ξεκίνησε η αντίσταση κατά του Πεισίστρατου τον 6ο π.Χ. αιώνα και αυτό κυρίευσε ο Θρασύβουλος με 70 στρατιώτες και ανέτρεψε το καθεστώς των τριάκοντα τυράννων των Αθηνών το 403 π.Χ. Το φρούριο αυτό λόγω της ακατάλληλης θέσης του εγκαταλείφθηκε και τον 4ο π.Χ. αιώνα κτίστηκε το νέο φρούριο Φυλής που σήμερα γνωρίζουμε, το οποίο βρίσκεται σε καίρια θέση και παρουσιάζει εξαιρετική θέα. ΝΑ του φρουρίου, κατά μήκος του δρόμου που οδηγούσε στην Αθήνα διακρίνονται ίχνη από τροχούς αμαξών πάνω στον βράχο.

Σημαντικό επίσης αρχαιολογικό μνημείο αποτελεί και το σπήλαιο του Πανός, στο οποίο λατρευόταν ο θεός Πάνας και οι Νύμφες. Πλήθος λατρευτικών αγγείων έχει βρεθεί στο σπήλαιο αυτό, το οποίο είναι στην περιοχή της Φυλής.

Στη Βαρυμπόπη έχει βρεθεί επίσης ο τάφος του αρχαίου τραγικού ποιητή Σοφοκλή και αναμένεται η ανακήρυξή του σε αρχαιολογικό χώρο, η ανάδειξή του και η δυνατότητα επίσκεψης του κοινού. Ήδη έχει περιφραχθεί και καθαριστεί ο χώρος με τη συνεργασία της αρχαιολογικής υπηρεσίας και του Δασαρχείου Πάρνηθας.


ΧΛΩΡΙΔΑ


Με τον όρο χλωρίδα εννοούμε το σύνολο των διαφόρων ειδών φυτών που απαντούν σε μία περιοχή. Η ελληνική χλωρίδα περιλαμβάνει περίπου 6.000 είδη και υποείδη φυτών, από τα οποία περίπου 1.100 είναι ενδημικά, δηλαδή δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στη γη.

Είναι μοναδική στην Ευρώπη για τον πλούτο της, αλλά και για την μεγάλη αναλογία ενδημικών σε σχέση με την έκτασή της. Έτσι, για παράδειγμα η Γερμανία, με έκταση σχεδόν τριπλάσια της Ελλάδας έχει 2.400 είδη και 6 ενδημικά, η Αγγλία με διπλάσια έκταση έχει 2.300 είδη και 16 ενδημικά και η Ισπανία με τετραπλάσια έκταση έχει σχεδόν τον ίδιο αριθμό ειδών με την Ελλάδα.

Αυτό το γεγονός οφείλεται στην μεγάλη ποικιλία βιοτόπων και οικοσυστημάτων, τα οποία είναι ικανά να φιλοξενήσουν όχι μόνο αυτόν τον αριθμό χλωρίδας αλλά και πολύ σημαντική πανίδα. Ο συνδυασμός της γεωγραφικής θέσης της Ελλάδας μεταξύ τριών ηπείρων (Ευρώπη, Ασία, Αφρική), το ιδανικό μεσογειακό κλίμα, το έντονο ανάγλυφο, οι δαντελωτές ακρογιαλιές, τα χιλιάδες νησιά και η πλούσια παλαιογεωγραφική ιστορία του ελληνικού χώρου δημιούργησαν οικότοπους ζωτικής σημασίας στην Ευρώπη και τον κόσμο.

Ειδικότερα η χλωρίδα της Πάρνηθας απασχόλησε τους ερευνητές από πολύ παλιά. Οι πιο γνωστοί από αυτούς είναι οι Rechinger, Heldreich, Halacsy, Mattfeld, Ορφανίδης, Τούντας και Διαπούλης. Ειδικότερα ο καθηγητής Χ. Διαπούλης κατέγραψε στα μέσα της δεκαετίας του 1950, περίπου 800 είδη και υποείδη φυτών.

Η νεότερη δημοσιευμένη μελέτη που έχει γίνει για την χλωρίδα της Πάρνηθας είναι η εξής: Απλαδά Ε., 2003: “Ζώνες βλάστησης και οικολογική αξιολόγηση του πυρήνα του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας”. Μεταπτυχιακή Διατριβή, Τμήμα Βιολογίας, Πανεπιστήμιο Πατρών.

Από την έρευνα της κας Απλαδά προέκυψαν 120 νέες αναφορές για την χλωρίδα του βουνού.
Σύμφωνα με αυτή τη μελέτη, αλλά και με βάση την έρευνα που διεξάγεται από το Δασαρχείο Πάρνηθας, η χλωρίδα της Πάρνηθας περιλαμβάνει σχεδόν 1.100 taxa (με τον όρο αυτό περιλαμβάνουμε τα είδη και τα υποείδη μαζί), δηλαδή όσα έχει όλη η Σκανδιναβία! Επιπλέον, από τα 1.100 αυτά taxa, τα 92 είναι ελληνικά ενδημικά.

Με λίγα λόγια, δίπλα ουσιαστικά στην πρωτεύουσα της χώρας βρίσκεται ένας βοτανικός παράδεισος, ο οποίος όμως κινδυνεύει από τις συλλογές που πραγματοποιούν οι διάφοροι επισκέπτες του. Στις σελίδες αυτές γίνεται μία προσπάθεια να γνωρίσει το ευρύ κοινό αυτόν τον πλούτο, ώστε να μπορέσουμε να τον προστατεύσουμε και να τον παραδώσουμε και στις επόμενες γενιές.


ΠΑΝΙΔΑ


Με τον όρο πανίδα εννοούμε το σύνολο των διαφόρων ειδών ζωικών οργανισμών (Σπονδυλωτών και Ασπόνδυλων) που απαντούν σε μία περιοχή. Η γνώση μας για τα ζώα της Ελλάδας ξεκινά πολύ παλιά, ουσιαστικά από τον Αριστοτέλη που πριν από 2.300 χρόνια έγραψε το Περί ζώων ιστορίαι, όπου περιέγραψε με ιδιαίτερη λεπτομέρεια περίπου 600 είδη.

Σύμφωνα με πρόσφατες απογραφές (Fauna Europaea 2004), στην Ελλάδα έχουν καταγραφεί 23.130 είδη ζώων της ξηράς και των γλυκών νερών (Λεγάκις 2004). Σ’ αυτά μπορούμε να προσθέσουμε και άλλα 3.500 είδη της θάλασσας. Αν προσθέσουμε έναν αριθμό ειδών που έχει καταγραφεί αλλά δεν περιλαμβάνεται στους σημερινούς καταλόγους, φθάνουμε σε ένα σύνολο περίπου 30.000 ειδών.

Η πανίδα της Ελλάδας δεν είναι καλά μελετημένη. Καλύτερα γνωστά είναι τα Σπονδυλόζωα, ενώ τα μεγαλύτερα κενά υπάρχουν στα Ασπόνδυλα. Πιστεύεται ότι αν μελετηθεί η ελληνική πανίδα πλήρως, θα πρέπει να περιλαμβάνει περίπου 50.000 είδη! (Λεγάκις, 2007). Από αυτά:

• 555 είναι ψάρια (447 θαλάσσια και 108 είδη γλυκού νερού)
• 22 είναι αμφίβια
• 61 είναι ερπετά
• 436 είναι πουλιά
• 111 είναι θηλαστικά (98 χερσαία και 13 θαλάσσια)
• 24.747 περίπου είναι ασπόνδυλα

Η πανίδα της Ελλάδας έχει περισσότερες συγγένειες με την πανίδα της ανατολικής Μεσογείου, μιας περιοχής που επηρεάζεται από την Ευρώπη, την κεντρική Ασία, την Ανατολία, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.

Μια άλλη ιδιαιτερότητα της ελληνικής πανίδας είναι το υψηλό ποσοστό ενδημισμού. Από τα δεδομένα του προγράμματος Fauna Europaea προκύπτει ότι μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί 3.956 ενδημικά είδη της ξηράς και των γλυκών νερών, ένα ποσοστό 17,1%.

Υπάρχουν ορισμένες ομάδες όπως τα χερσαία Ισόποδα και τα Ορθόπτερα, με ενδημισμό υψηλότερο από 30% (64% και 32% αντίστοιχα). Οι κυριότεροι λόγοι για την ύπαρξη αυτών των υψηλών ποσοστών είναι η μακροχρόνια απομόνωση των ελληνικών νησιών και η ύπαρξη καταφυγίων κατά τη διάρκεια των παγετώνων στις ορεινές περιοχές.

Μέχρι στιγμής αναφερόμαστε μόνο στους αριθμούς των ειδών και όχι των υποειδών, τα οποία αυξάνουν ακόμα περισσότερο την ποικιλία της πανίδας μας και αυτό γίνεται, γιατί η συστηματική κατάταξη πολλών από αυτά δεν έχει ακόμα αποσαφηνιστεί πλήρως.

Αυτή η μεγάλη ποικιλότητα της πανίδας της χώρας μας εξηγείται όπως και η ποικιλότητα στην χλωρίδα. Από τη μία πλευρά, ο ελληνικός χώρος λειτούργησε ως καταφύγιο στα ζώα της Βόρειας Ευρώπης που ήθελαν να αποφύγουν τους παγετώνες και από την άλλη, η τεράστια ποικιλία οικοτόπων της χώρας μας (σ’ ένα μικρό γεωγραφικό χώρο απαντούν πολλοί διαφορετικοί τύποι περιβάλλοντος) βοήθησε στην ανάπτυξη διαφορετικών πληθυσμών άγριων ζώων, οι οποίοι έδωσαν νέα είδη και υποείδη, πολλά από τα οποία είναι ενδημικά στη χώρα μας.

Ειδικότερα στην Πάρνηθα, από τα διαθέσιμα ιστορικά στοιχεία και από προηγούμενες έρευνες προκύπτει ότι τόσο στο απώτερο, όσο και στο πρόσφατο παρελθόν υπήρχαν τα περισσότερα από τα μεγάλα θηλαστικά της χώρας, όπως η καφετιά αρκούδα (Ursus arctus, υπήρχε μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα), ο γκρίζος λύκος (Canis lupus, χάθηκε γύρω στα 1940-50), ο λύγκας (Lynx lynx, υπήρχε ως και τον περασμένο αιώνα, αλλά σήμερα έχει χαθεί από όλη την Ελλάδα).

Υπήρχαν επίσης ο αγριόγατος (Felix sylvestris) και τα μεγάλα φυτοφάγα όπως το αγριογούρουνο (Sus scrofa) και το ζαρκάδι (Capreolus capreolus), τα οποία εξαφανίστηκαν από την Αττική στις αρχές του 20ου αιώνα.

Σήμερα τα είδη αυτά δεν υπάρχουν στην Πάρνηθα, γιατί με τις έντονες ανθρωπογενείς επεμβάσεις αναγκάστηκαν να μετακινηθούν πολύ βορειότερα (Πίνδος, Β. Ελλάδα). Παρά την εξαφάνιση όμως των ειδών αυτών από την περιοχή, η Πάρνηθα με την σημαντική έκτασή της, την πλούσια χλωρίδα της, τα υψηλά δάση της, το πολυποίκιλο ανάγλυφό της και την υψηλή προστασία που απολαμβάνει ως Εθνικός Δρυμός, Καταφύγιο Θηραμάτων, Ειδική Περιοχή Προστασίας για τα Πουλιά (SPA) και περιοχή του Δικτύου «ΦΥΣΗ 2000», προσφέρει πολύ καλές συνθήκες για την ανάπτυξη της άγριας πανίδας.

Έτσι, η πανίδα της Πάρνηθας παραμένει μεταξύ των πλουσιοτέρων της Αττικής και παρά τις αντιξοότητες και τις ανθρώπινες επιδράσεις διατηρεί σημαντικό αριθμό κόκκινων ελαφιών (Cervus elaphus), τα οποία μαζί με τα λίγα ελάφια που απαντούν στην Ροδόπη, συγκροτούν τους μοναδικούς πληθυσμούς του είδους αυτού στην Ελλάδα.

Από τα ζώα που ζουν στην Πάρνηθα, 23 είδη πουλιών, 12 είδη θηλαστικών (κυρίως χειρόπτερα) και 12 είδη ερπετών και αμφιβίων περιλαμβάνονται στα «Αυστηρά προστατευόμενα» είδη πανίδας της Σύμβασης της Βέρνης.

Επίσης, σύμφωνα με το «Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Σπονδυλόζωων της Ελλάδας» (Καρανδεινός, 1992) υπάρχουν 11 Απειλούμενα και 8 Τρωτά είδη, ενώ για τα πτηνά, έχουν παρατηρηθεί 10 είδη με σχετικά μικρή εξάπλωση στον κόσμο, που παρουσιάζουν όμως σημαντικούς πληθυσμούς στην Ευρώπη και 1 είδος που απειλείται.

Σύμφωνα τέλος με την Οδηγία 92/43, πέντε είδη ερπετών και 6 είδη θηλαστικών της Πάρνηθας περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙ αυτής.
Συνοπτικός πίνακας προστατευόμενων ειδών πανίδας της Πάρνηθας
Αριθμός προστατευόμενων ειδών Οδηγία 92/43 Οδηγία 79/409 Κόκκινη Λίστα IUCN RDB Π.Δ. 67/1981 Σύμβαση της Βέρνης



Πηγή